Πώς να μιλήσεις για μια απώλεια;

Πώς να μιλήσεις για μια απώλεια;

Κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης γνώρισα τη Λουκία Ρικάκη. Είχε κάνει την ταινία «Κουαρτέτο σε τέσσερις κινήσεις» και, ως δημοσιογράφος, αποφάσισα να της πάρω μια συνέντευξη αφού αυτή η ταινία είχε κόψει πολλά εισιτήρια, ένα μεγάλο γεγονός μετά από πολλά χρόνια μιζέριας του ελληνικού κινηματογράφου. Αυτή η ταινία μαζί με το «Τέλος εποχής», του Αντώνη Κόκκινου, είχαν ακολουθήσει δύο σημαντικές ταινίες, την «Απ’το χιόνι», του Σωτήρη Γκορίτσα, και τη «Λευτέρης Δημακόπουλος», του Περικλή Χούρσογλου, και είχαν οριστικά εγγράψει τη στροφή του νεότερου ελληνικού κινηματογράφου προς τη σύζευξη του ποιοτικού και εμπορικού που θα συνεχιζόταν για μερικά χρόνια αργότερα.

Τα χρόνια πέρασαν και η Λουκία Ρικάκη συνέχιζε να δημιουργεί: ταινίες, τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ και εκδηλώσεις-διοργανώσεις. Πήρα την πρόσκληση για το Φεστιβάλ Ecofilms που θα γινόταν στη Ζάκυνθο. Με ενδιέφερε πολύ αυτό το νησί, είχα κάνει ένα ταξίδι-αστραπή για να μιλήσω για την ταινία του Αλέξη Δαμιανού στην κινηματογραφική λέσχη που υπήρχε εκεί. Ήθελα να το γνωρίσω καλύτερα. Ήξερα, πάντως, ότι κατά τη διάρκεια ενός Φεστιβάλ έχεις την ευκαιρία να γνωρίσεις καλύτερα τον κόσμο που συμμετέχει και η γνωριμία με τη Ρικάκη κάπου είχε μείνει στη μέση. Στη Ζάκυνθο είχα την ευκαιρία να γνωρίσω μια άλλη πλευρά της: αυτής της οργανώτριας φεστιβαλικών διοργανώσεων. Νομίζω ότι στην Ελλάδα δεν έχει υπάρξει ποτέ κάποιος άνθρωπος που θα μπορούσε να κάνει το ένα τέταρτο από αυτά που έκανε η Λουκία στον τριπλάσιο, τουλάχιστον, χρόνο. Και δε νομίζω να υπάρξει. Γιατί όμως αυτό;

Στο πρώτο Φεστιβάλ Ecofilms, που έγινε στη Ζάκυνθο, δεν είχα την ευκαιρία να καταλάβω το «γιατί», να απαντήσω στην ερώτηση που μόλις έθεσα. Η απάντηση ήρθε μόνη της μετά από λίγα χρόνια, από τη σύγκριση με διοργανώσεις που έκαναν άλλοι άνθρωποι, με άλλα Φεστιβάλ. Δε θα φοβόμουν να χαρακτηρίσω τη Λουκία σαν άνθρωπο-ορχήστρα. Μετά από μια στενή συνεργασία σου έδινε αυτή την εντύπωση, όμως, αν τη γνώριζες καλύτερα, τότε θα καταλάβαινες ότι δεν είχες ανακαλύψει παρά τη μια πλευρά της. Η άλλη ήταν η δεκτικότητα, η ικανότητά της να δίνει χώρο στον άλλον άνθρωπο να δημιουργεί μαζί της όσο μπορεί αυτός, όπως μπορεί. Αυτές οι δύο πλευρές ήταν συγχρόνως η πηγή του ερωτισμού που αυτή η γυναίκα εξέπεμπε.

Μετά από μερικά χρόνια το Φεστιβάλ Ecofilms έχει ήδη μεταφερθεί στη Ρόδο και κάθε χρόνο δίνουμε εκεί το ραντεβού μας. Με έκπληξη μάθαμε ότι ένα πολύ νέο Φεστιβάλ, λίγων χρόνων ζωής, είχε γίνει παγκοσμίως γνωστό και εξέπεμπε στη Ελλάδα τη λάμψη που, αν το συγκρίναμε αναλογικά, το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης δεν είχε καταφέρει ακόμα να κάνει. Ιδού όμως η έκπληξη: έρχεται η ρήξη και το Ecofilms δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι. Μάθαμε ότι η Λουκία δεν μπορούσε να αντέξει τις παράλογες κόντρες σε επίπεδο ηγεσίας και αποφασίζει να κάνει ένα άλλο Φεστιβάλ το Ecocinema, στο ίδιο νησί, αφήνοντας το Ecofilms και ξεκινώντας ουσιαστικά από την αρχή.

Πήγα στη συνέντευξη τύπου του Ecofilms και φυσικά αναζήτησα τη Λουκία, αφού δεν την είχα δει ακόμα. Όταν ρώτησα με μισόλογα μου απάντησαν ότι δε συνεργάζεται πλέον με αυτό το Φεστιβάλ. Μετά το τέλος της συνέντευξης της μίλησα μουδιασμένα από το τηλέφωνο. Ένα τεράστιο «γιατί;» βάρυνε την κουβέντα. Δεν μου απάντησε παρά μετά από ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Αντίθετα, μου είπε ότι ήμουν ο κατάσκοπός της και αυτό με έφερε λίγο πιο κοντά σε αυτή, να αισθανθώ κάπως σα συνδημιουργός μαζί της. Έτσι γνώρισα την τρίτη πλευρά της Λουκίας: το μαχητικό της χαρακτήρα, ο οποίος συνδεόταν άρρηκτα με τις άλλες πλευρές της. Ο θυμός μετατρεπόταν σε δημιουργία, δεν ήταν τροχοπέδη.

Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα το Ecofilms έδωσε τη θέση του στο Ecocinema, αυτό το τελευταίο πήρε τη δόξα του και τράβηξε πάλι το ενδιαφέρον όχι μόνο του κόσμου που ενδιαφερόταν για την οικολογία, αλλά γενικά του κινηματογραφικού χώρου. Δεν ήταν μόνο η Ρόδος που έδινε μια αίγλη -το κοσμοπολίτικο νησί-, ήταν, πολύ περισσότερο, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, εμείς που ασχολούμαστε με τον κινηματογράφο, οι θεατές που γέμιζαν τις αίθουσες, η κινηματογραφική λέσχη της Ρόδου, το καφέ Cavaliere που ήταν η «πιάτσα» για να συζητάμε όχι μόνο για το Φεστιβάλ αλλά για ότι μας τυραννούσε και είχε σχέση με τον κινηματογράφο. Δεν ήταν τυχαίο που το Ecofilms, από την επόμενη κιόλας χρονιά, μαράζωσε.

Δεν εξεπλάγην όταν έμαθα ότι η Λουκία θα κάνει ένα άλλο Φεστιβάλ στην Κω. Ούτε όταν έμαθα ότι είχε αναλάβει ουσιαστικά και το Μεσογειακό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ που γινόταν πλέον στο Λαύριο. Πλέον τίποτε δεν μπορούσε να με αφήσει άφωνο στην πληθωρικότητα των δραστηριοτήτων της. Στην Κω πήγα και τις δύο φορές. Τη δεύτερη γνώρισα πιο καλά τη γυναίκα που άλλαξε όλη τη ζωή μου. Στην Κω και στη Ρόδο είχα την ευκαιρία να γνωρίσω ακόμα μια πλευρά της Λουκίας: την απίστευτη ευκολία της να μεταφράζει σε διαφορετικές γλώσσες, χωρίς να μεσολαβεί μια παύση μερικών δευτερολέπτων.

Όταν από ένα δίκτυο κοινωνικής δικτύωσης διαβάσαμε ένα «περίεργο» μήνυμα της, αυτό δε μας άρεσε. Τηλεφώνησα σε ένα φίλο και έμαθα ότι η Λουκία ήταν σοβαρά άρρωστη. Αυτό το βράδυ δύσκολα μπορέσαμε να κοιμηθούμε, η γυναίκα μου και εγώ. Αισθανόμαστε τη Λουκία σα δικό μας άνθρωπο, όχι μόνο γιατί ήταν η αφορμή να έρθουμε πιο κοντά, αλλά και γιατί ζούσαμε μαζί της αυτά που έκανε, το πάθος της για αυτά που δημιουργούσε. Ελπίζαμε ότι θα νικήσει τον καρκίνο. Ήταν σε σημείο που δύσκολα ήταν ιάσιμος. Όμως ελπίζαμε. Ήταν η μοναδική και τελευταία ήττα της Λουκίας. Αυτή που ο άνθρωπος υποκλίνεται και αφήνει τα «θέλω» του, τις επιθυμίες του, τον εγωισμό του.

…………………………………………………………………………………………..

Δε θα μπορούσα να μιλήσω με διαφορετικό τρόπο για τη Λουκία. Άφησα να περάσουν λίγες μέρες από το θάνατό της. Μια τέτοια απώλεια πρέπει πρώτα να τη βιώσεις και μετά να την εκφράσεις. Δεν θα μπορούσα να εκφραστώ σε τρίτο ενικό πρόσωπο. Ο πρώτος ενικός είναι πιο ενδεδειγμένος, σε περιπτώσεις ανθρώπων όπως η Λουκία, γιατί βάζει μια άλλη σημαντική παράμετρο: τις διαπροσωπικές σχέσεις που η Λουκία δημιουργούσε με τους άλλους ανθρώπους, ο τρόπος που τους κέρδιζε και τους έκανε δικούς της.

Προσπάθησα να «πλέξω» αυτό το σύμπαν που η Λουκία Ρικάκη είχε δημιουργήσει. Ή τουλάχιστον αυτό που είχα εγώ αντιληφθεί. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα. Το κυριότερο, δεν ξέρω πως μπορώ να κλείσω αυτό το σημείωμα. Ή, για να είμαι πιο σωστός, δεν ξέρω αν μου δίνει το δικαίωμα να κλείσει…

Γιάννης Φραγκούλης

Πηγή: http://greeceactuality.wordpress.com/