Δημήτρης Γκιώνης: ένας πρύτανης του πολιτιστικού ρεπορτάζ

Δημήτρης Γκιώνης: ένας πρύτανης του πολιτιστικού ρεπορτάζ

Έχει πάρει 1.000 συνεντεύξεις, έχει ξεχωρίσει 47 πρόσωπα και την εποχή τους στο νέο του βιβλίο και εξακολουθεί να πιστεύει ότι στη δημοσιογραφία πρέπει να είσαι πάντα μαθητής και δίκαιος άνθρωπος 

Πριν από λίγες ημέρες κυκλοφόρησε το βιβλίο του Δημήτρη Γκιώνη «Ένας και Ένας», από τις εκδόσεις Άγκυρα. Ένα βιβλίο με 46 πρόσωπα της Τέχνης που δε βρίσκονται στη ζωή και ένα ζώντα, τον Μίκη Θεοδωράκη. Μέσα από τις συναντήσεις τους με έναν πρύτανη του πολιτιστικού ρεπορτάζ, διαφαίνεται η εποχή, η ανθρώπινη πλευρά και τα πιστεύω τους. Πρόκειται για μια προσωπική κατάθεση με τα βιώματα ενός πολιτιστικού συντάκτη. 

Ο Δημήτρης Γκιώνης έχει πάρει περισσότερες από 1000 συνεντεύξεις. Έχει κρατήσει στο κασετόφωνο καμιά πενηνταριά για να ακούει «κάποιες φωνές που ήθελα να μείνουν». Δεν ήταν ποτέ καλός στα προφορικά. Ήταν καλός στα γραπτά και μάλλον, όπως λέει ο ίδιος, γιαυτό έγινε δημοσιογράφος. Επίσης το ότι κάθισε να μου δώσει συνέντευξη, δεν ήταν το καλύτερό του.

  Για εμάς που ξεκινήσαμε να δουλεύουμε τη δεκαετία του 80, ήταν είναι ένα παράδειγμα. Ήθους, ψυχραιμίας και δικαιοσύνης. Ολιγάρκειας και σεμνότητας. Κατά γενική ομολογία, ένας άνθρωπος που εκτιμάμε σε αυτή τη δουλειά όσο λίγους. Μιλήσαμε για τα πρόσωπα του βιβλίου, για μια εποχή στον τύπο που έφυγε ανεπιστρεπτί, για ωραία ταξίδια. 

Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΓΥΡΩΣ ΜΠΟΖΩΝΗ ΜΕ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ  

Μου είπατε και τις προάλλες ότι αυτό το βιβλίο δε θέλετε να περάσει σαν ένα ακόμα βιβλίο συνεντεύξεων.

Ήταν μια μόδα και αυτή από την δική μας παρέα. Οι περισσότερες συνεντεύξεις που έχουμε πάρει ως δημοσιογράφοι είναι μονοθεματικές. Για ένα έργο, μια δουλειά. Εδώ με ενδιέφερε να καταδειχθεί ο άνθρωπος, το έργο του, η εποχή, το πιστεύω του, να βγει ένα κλίμα, γιατί εγώ πιστεύω ότι αυτά τα πρόσωπα χαρακτηρίζουν την εποχή τους. Και αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι όταν υπήρχαν αυτές οι προσωπικότητες τα πράγματα στην Ελλάδα ήταν πολύ πιο δύσκολα από ότι είναι τώρα. Είχαμε κατοχή, αντίσταση, εμφύλιο και όμως ξεπεταγόντουσαν διάφορες μονάδες. Σήμερα πως έχουμε καθίσει έτσι; 

Πιστεύετε ότι δεν ξεπετάγονται και σήμερα;

Μπορεί να συμβαίνει και αυτό αλλά εγώ έχω την αίσθηση ότι από τότε που ξεκίνησε η παγκοσμιοποίηση και μπήκαν και όλα τα ηλεκτρονικά μέσα, η ζωή μας αλώθηκε. Αλώθηκε και το γούστο του κόσμου ο οποίος δεν έχει και μεγάλες αντιστάσεις. Οπότε αν δεν έχει ο άλλος την ευχέρεια να βγει έξω, να παρακολουθήσει τα πράγματα, καθηλώνεται στην τηλεόραση. Ειδικά η ιδιωτική είναι χάλια. Κάποτε λοιδωρούσαμε τη Δημόσια τηλεόραση και σήμερα έγινε η απαντοχή μας. Ο πολιτισμός για τα ιδιωτικά μέσα είναι απόβλητος. 

Αυτό συνέβαινε και στις πολιτιστικές σελίδες των εφημερίδων;

Ήταν λιγότερο σημαντικές από τις οικονομικές ή τις πολιτικές; Τους έδιναν οι εκδότες σημασία; Μιλάμε για μια εποχή που οι εφημερίδες είχαν τεράστια πέραση. Σε μια εποχή που διάβαζε ο κόσμος οι εφημερίδες ήταν λίγες. Στη δεκαετία του 60, ήταν αλλιώς. Στα χρόνια τα δικά μου οι εφημερίδες ήταν 14, οι αθλητικές 2, αυτό ήταν. Σήμερα είναι ένα ατέλειωτο σούπερ μάρκετ. Εγώ είχα τη μεγάλη τύχη να δουλέψω σε μαγαζιά πάρα πολύ καλά. Στη Δημοκρατική Αλλαγή, στην Αυγή αμέσως μετά τη Χούντα και στην Ελευθεροτυπία από το πρώτο της φύλλο, από το 1975, έως το 2011. 

[...]

Έχετε και δυο γυναίκες που έφυγαν πολύ νέες στο βιβλίο σας, τη Γώγου και την Ρικάκη.

Αυτές με είχαν αγγίξει πολύ, η περίπτωση και της μιας και της άλλης. Η Γώγου είχε τεράστια μοναξιά. Όταν πήγα να της κάνω συνέντευξη μου είπε «δε με ενδιαφέρει η συνέντευξη, θέλω να πάμε κάπου να σε χαϊδέψω και να με χαϊδέψεις». Σκέφτηκα πολύ πριν το βάλω αυτό στο βιβλίο, αλλά ήθελα να καταδείξω αυτή τη μοναξιά, δεν υπήρχε τίποτα ερωτικό σε αυτό. Υπάρχει και μια άλλη τραγική περίπτωση, αυτή της Δανάης. Τελείωσε τη ζωή της σε οίκο ευγηρίας. Δύσκολες οικογενειακές ιστορίες. 

Πηγή: www.lifo.gr