Η δικιά μας Λουκία,γράφει ο Φώτης Θαλασσινός

Γνώρισα τη Λουκία Ρικάκη μέσω του αδερφού μου Παναγιώτη Θαλασσινού. Τότε συνεργαζόμασταν όλοι μαζί με τον δήμαρχο της Κω Γιώργο Κυρίτση για την οργάνωση του πρώτου φεστιβάλ ταινιών για θέματα υγείας. Την θυμάμαι πάντα χαμογελαστή και αεικίνητη να εμπνέει σε όλους μας ενθουσιασμό απ’ τον ενθουσιασμό της. Ήταν πανέμορφη και κομψή. Είχαν και μια εφηβική αύρα η συμπεριφορά και η προσωπικότητα της. Ερωτευμένη με παιδική διάθεση μ’ αυτά που καταγινόταν. Ήτανε τόσο δυνατή όσο από μόνη της είχε ξεκινήσει να αλλάζει την Κω σ’ ένα σπουδαίο πολιτισμικό κέντρο με σημείο αναφοράς το κινηματογραφικό φεστιβάλ.

Ξεσήκωνε όλους του καλλιτέχνες να προσηλωθούν στα δημιουργικά τους όνειρα χωρίς ποτέ να ξεχνάνε την αληθινή ζωή. Η Λουκία δεν πέθανε γιατί το όραμα της για την ανάδειξη της πολιτισμικής Κω γίνεται όλο και ποιο αληθινό. Η επιρροή της εκλιπούσας πάνω στους ντόπιους δημιουργούς ήταν ενωτική. Μας προσγείωνε όταν έπρεπε και μας έδινε φτερά τις κατάλληλες πάντα στιγμές. Θυμάμαι πάντα το παράδειγμα της πριν ξεκινήσω κάποιο παραλήρημα μεγαλείου και περιαυτολογίας. Το καλλιτεχνικό έργο δεν χρειάζεται εκκωφαντικό θόρυβο για να θεωρηθεί έργο. Ο θόρυβος είναι η διαφήμιση ενός προϊόντος και αλίμονο στους τεχνουργούς που συνωστίζονται μεταξύ του για το συμφέρον τους και μόνο γι’ αυτό.

Η Λουκία Ρικάκη ήταν πρώτα και κύρια ένας γενναιόδωρος άνθρωπος. Δεν θέλω να το παινευτώ. Στάθηκε με πολλή αγάπη δίπλα μου και θέλω να πιστεύω ότι υπήρξα ανταποδοτικός με τα συναισθήματα μου γι’ αυτήν. Η σπουδαία σκηνοθέτης με βοήθησε σε διάφορα κατά καιρούς σοβαρά προσωπικά μου προβλήματα. Με έβγαλε από ένα αδιέξοδο που αντιμετώπιζα τότε. Όταν συναντηθήκαμε για πρώτη φορά για καφέ μόνοι μας είχα μείνει άφωνος να την ακούω να μιλάει για τα πιο δύσκολα θέματα με μοναδική ευκολία και οξυδέρκεια. Διάβαζε τα πάντα. Φιλοσοφία, γλωσσολογία, ανθρωπολογία, ποίηση. Οι συναντήσεις μας πυκνώνανε κι εγώ την γνώριζα και την αγαπούσα όλο και πιο πολύ. Δεν ήταν μόνο οι βαρυσήμαντες σαν χρησμοί κουβέντες της που με συνεπαίρνανε αλλά και τα σκέρτσα με τα οποία τις συνόδευε. Ήταν αληθινά ένα ευγενές αγρίμι η Λουκία. Είχε την πιο υπέροχη μαγκιά και τρέλα που συνάντησα ποτέ σε άνθρωπο. Μου λείπει τόσο πολύ όσο η μούσα στον ποιητή.

Όταν μου ανακοίνωσε ότι ήταν άρρωστη δεν την πίστευα. Έλαμπε ολόκληρη σαν κάποια αγγελική μορφή απ’ αυτές στους πίνακες του Καραβάτζιο. Ήταν η σειρά μου να βοηθήσω. Λουκία, της είπα, αν θες να γαληνέψεις και να ζήσεις για πάντα διάβασε το έργο του γέροντα Σωφρόνιου Σαχάρωφ. Της έκανα δώρο όλα τα βιβλία αυτού του αγίου και φιλόσοφου της ορθοδοξίας. Η Λουκία αισθανόταν όλο και καλύτερα. Πονούσε αλλά ήταν ήρεμη. Τους τελευταίους μήνες της ζωής της ακολουθούσε τον Χριστό και μόνον αυτό. Ο γέροντας Σωφρόνιος είχε γίνει ο αληθινός συνοδοιπόρος και θεραπευτής της. Αυτός ο μοναδικός χριστιανός ήτανε άνθρωπος τις αγάπης. Πολύ μακριά από τις ρητορικές μίσους. Η Λουκία είχε βγάλει μερικές φωτογραφίες σε κάποιες εκκλησίες. Φαινόμενα φωτοστέφανων εμφανίζονταν γύρω της. Δεν απείχε πολύ απ’ την οριστική πτήση της προς τον ουρανό. Η τελευταία ζωντανή εικόνα που έχω απ’ την φίλη μου ήτανε στο πατάρι του Ιανού την ώρα που κλαίγοντας, αναβαπτισμένη στη χαρμολύπη, απήγγειλε μερικούς στίχους του Ρίτσου: Κόσμε όσο και αν πονάς, όλα ξαναρχίζουν, όλα είναι ακόμη δικά σου.

Πηγή: kosvoice.gr