Το «ίσως ναι ίσως όχι…» του ταλαντούχου κ. Πράισνερ

«Στην είσοδο του σπιτιού του διάσημου Πολωνού συνθέτη, στη Ρόδο, βλέπω μια μεγάλη χειροποίητη επιγραφή. Ίσως ναι ίσως όχι…, έγραφε στα ελληνικά. Σίγουρα θα τον ρωτούσα και γι’ αυτό. Πριν όμως, είχα να τον ρωτήσω πολλά ακόμα…». Συνέντευξη του Ζμπίγκνιου Πράισνερ στην Πόλυ Χατζημάρκου

Μόνο με μπόλικη δόση φαντασίας θα μπορούσα να φτιάξω μια τέτοια εικόνα: μια φιλόξενη τραπεζαρία -  δίπλα μου ο διάσημος, αγαπημένος μου συνθέτης - συζήτηση για ώρες με καφέ και τσιγάρο. Παραδόξως, η πραγματικότητα τα ανέτρεψε όλα. Η παραπάνω σκηνή είναι πέρα για πέρα αληθινή. Για την ακρίβεια, αυτός καπνίζει πίπα. Και βρισκόμαστε στη Ρόδο. Και μια γάτα τριγυρνάει στα πόδια μας...

Συνάντησα πριν καιρό τον Ζμπίγκνιου Πράισνερ στο «καταφύγιό του», στη νότια πλευρά του νησιού της Ρόδου. Εκεί που πλέον επιστρέφει τακτικά, «εμπνέεται από τη φύση και έχει γνωρίσει φανταστικούς ανθρώπους» όπως μου λέει.

«Η αγάπη μου για την Ελλάδα ξεκίνησε εξαιτίας της Λουκίας Ρικάκη» μου απαντά όταν τον ρωτάω για την σύνδεσή του με τη χώρα μας. Γράφοντας τη μουσική για την ταινία της αείμνηστης Λουκίας, «Κουαρτέτο σε 4 κινήσεις», επισκέφθηκε πρώτη φορά την Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ‘90.

«Ήμουν έκπληκτος όταν στη συνέντευξη τύπου για την ταινία βρέθηκαν πάρα πολλοί δημοσιογράφοι. Αναρωτήθηκα, δυνατά μάλιστα, αν με είχαν μπερδέψει με τον σκηνοθέτη Κισλόφσκι και τους ξεκαθάρισα ότι εγώ είμαι ο συνθέτης! Δεν καταλάβαινα γιατί είχε έρθει τόσος κόσμος. Ένας δημοσιογράφος μου έδωσε απάντηση: ‘Επειδή ξύπνησες την κουλτούρα μας. Το «Tραγούδι για την Ενωμένη Ευρώπη» είναι στα ελληνικά. Γιατί όμως;'.

Θυμάμαι ότι τότε μαινόταν ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία. Και του απάντησα με τη σειρά μου: ‘Γιατί το μήνυμα είναι ξεκάθαρο. Μπορεί να έχεις τα πάντα αλλά χωρίς αγάπη δεν έχεις τίποτα’.
(σημ: Το «Τραγούδι για την Ενωμένη Ευρώπη» είναι βασισμένο στον «Ύμνο της Αγάπης» από την επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς Κορινθίους,περιλαμβάνεται στην ταινία του Κισλόφκσι «Τρία χρώματα: Μπλε»)

Από εκείνη την πρώτη του επίσκεψη στην Αθήνα, ο Πράισνερ είχε αποφασίσει να αγοράσει ένα σπίτι στην Ελλάδα. Ταξίδεψε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Πελοπόννησος, Χαλκιδική, Σαντορίνη, Ύδρα, Κρήτη. Και βρισκόταν στην Κρήτη, όταν τυχαία βρήκε στο διαδίκτυο ένα σπίτι προς πώληση στη Ρόδο. Την επόμενη μέρα έφθασε στο νησί, το είδε, κι αυτό ήταν.  

Έχοντας γράψει τη μουσική για πάνω από σαράντα ταινίες, τον ρωτάω για τον τρόπο που συνθέτει και πώς εμπνέεται κάθε φορά.

«Η έμπνευση είναι μια επίπονη διαδικασία. Άλλοτε πάλι, έρχεται ακαριαία. Κάθομαι στο πιάνο, βλέπω την ταινία και μια ιδέα έρχεται, γράφω κάτι και πετυχαίνει. Άλλοτε πάλι έρχεται γιατί έχω γνωρίσει έναν φανταστικό πιανίστα, τον Leszek Możdżer, και γράφω τo 10 Easy Pieces for Piano ή γιατί έχω συγκλονιστεί στο Μουσείο Yad Vashem με την έκθεση για τα παιδιά-θύματα του Ολοκαυτώματος. Δε θα ξεχάσω την απίστευτη ένταση που ένιωσα  και τελικά έγραψα το Diaries Of Hope με τη Lisa Gerrard. Ή περπατώ στη φύση εδώ στη Ρόδο, έχω μια ιδέα, την ηχογραφώ στο κινητό και πάω σπίτι για να τη συνεχίσω.  Είναι δύσκολο να το εξηγήσω".

"Από την άλλη θα πω και κάτι παράξενο. Είχα ένα σπίτι στην Ελβετία, στα 1200 μέτρα υψόμετρο, ο Κισλόφσκι ερχόταν συχνά εκεί, και δεν έγραψα ποτέ ούτε μία γραμμή! Ήταν ένα φανταστικό μέρος, με φανταστικούς ανθρώπους. Δεν ξέρω. Ίσως παραήταν ωραία, παραήταν εύκολη η ζωή εκεί, χωρίς ταλαιπωρίες. Όταν ήρθα στη Ρόδο για να δω το σπίτι, ζήτησα να μείνω μόνος για πέντε λεπτά. Αισθάνθηκα ότι θα μπορούσα να γράψω και έτσι έγινε. Εδώ έγραψα τη μουσική για την ταινία «Queen of Spain» του Trueba ένα μήνα νωρίτερα από την προθεσμία μου. Και το λέω εγώ που είμαι …τεμπέλης!».

Με βλέπει να κρυφογελάω. «Όποτε το λέω αυτό, με τόσες μουσικές για ταινίες που έχω γράψει, δε με πιστεύουν! Ομολογώ όμως ότι δουλεύω την τελευταία στιγμή…».

Ως το μουσικό χέρι του σκηνοθέτη Κριστόφ Κισλόφσκι, η κουβέντα μας έρχεται αναπόφευκτα σ’ αυτόν. Μου μιλάει για τα υπέροχα χρόνια της συνεργασίας τους ως τον θάνατό του το 1996. «Το Requiem for my friend (1998) ήταν ο δικός μου τρόπος για να αποχαιρετήσω τον φίλο μου» (σημ: το πρώτο έργο μεγάλης κλίμακας του Πράισνερ που δεν ήταν προορισμένο για ταινία).

«Κάτι που έμαθα, δουλεύοντας μαζί του, είναι ότι ο συνθέτης είναι συνεργάτης, δεν έρχεται απλά να γράψει κάτι και να φύγει. Έλεγα, για παράδειγμα, στη Λουκία Ρικάκη ότι στην ταινία της χρειαζόταν ένα δυνατό μήνυμα και να προσπαθήσει να το βρει στη λογοτεχνία. Το βρήκε με τον Παλαμά και την «Κοσμοπλάστρα μουσική». Και της είπα ότι χρειαζόμαστε έναν καλό τραγουδιστή. Και βρήκε τον Μανώλη Λιδάκη. Αυτό είναι.

Προσπαθώ να είμαι συνεργάτης και, όταν ο σκηνοθέτης ξέρει να εμπιστεύεται, το πεδίο είναι ανοιχτό για μια πολύ δημιουργική συνεργασία. Έχοντας αυτό το σκεπτικό, φυσικά και έχω απορρίψει πολλές προτάσεις…».
 
Ίσως να μην το γνωρίζουν πολλοί και πολλές, αλλά ο Πράισνερ έκανε σπουδές στην ιστορία και φιλοσοφία και είναι αυτοδίδακτος στη σύνθεση. Αφήνω αμετάφραστο εκείνο το χαρακτηριστικό «My life has always been a big accident» που μου λέει.

«Γεννήθηκα το 1955 και έζησα σε μια μικρή περιοχή κοντά στην Κρακοβία που δεν είχε ωδείο. Στα 20 μου, πήρα την απόφαση και είπα ότι θα ξεκινήσω απ’ την αρχή δίνοντας στον εαυτό μου δύο χρόνια προθεσμία για να αναπτυχθώ. Αν αποφασίσεις να γίνεις επαγγελματίας δημιουργός, πρέπει να κατέχεις τέλεια την τέχνη σου. Σημασία έχει να μαθαίνεις, σημασία έχει το πώς μαθαίνεις και τί ακριβώς κάνεις. Στη σύνθεση ή ακόμα και στη ζωγραφική ή τη λογοτεχνία, δεν έχει μεγάλη σημασία η παραδοσιακή εκπαίδευση. Κανείς δε ρώτησε τον Μοντιλιάνι πού έμαθε να ζωγραφίζει αλλά όλοι τον ξέρουν. Θυμάμαι τώρα ένα underground καμπαρέ, το Piwnica pod Baranami στην Κρακοβία, ένα από τα πιο δημιουργικά μέρη στον κόσμο στο οποίο σύχναζαν συνθέτες, συγγραφείς, ζωγράφοι. Ήταν ένα μέρος με ψυχή, μας έδινε απίστευτη ενέργεια…».

Ήταν σχεδόν διάσημος στην Πολωνία όταν άρχισε να γράφει μουσική για τον Κισλόφσκι. Δούλευαν στην ίδια εταιρεία όταν πήρε ένα μήνυμα ότι ο σκηνοθέτης ήθελε να τον γνωρίσει. «Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα ποιος ήταν. Στην πρώτη μας συνεργασία, έβαλα την ορχήστρα να τραγουδήσει, δεν ήθελα χορωδία. Μετά είπα στον Κριστόφ ότι μάλλον ήταν κακή ιδέα και ότι θα έκανα κάτι καλύτερο στην επόμενη ταινία. Και εκείνος μου είπε: «Άκου, θα δουλεύουμε μαζί ως την τελευταία μέρα της ζωής μου».

«Ήταν διαφορετικά τα πράγματα τότε. Δεν ήταν όπως τώρα που ανοίγεις τον υπολογιστή και βλέπεις την ταινία και γράφεις. Κράταγες σημειώσεις, είχες τις ιδέες στο κεφάλι σου. Γύρναγες σπίτι και έπρεπε να θυμηθείς, να σκεφτείς τις σκηνές και να γράψεις…».

«Η τεχνολογία έχει βοηθήσει από τη μια αλλά ακύρωσε το μεταφυσικό, την ψυχή της ταινίας. Εάν τα πάντα είναι δυνατόν να ελεγχθούν και μπορείς να τα διορθώσεις ψηφιακά, χάνεις την ψυχή. Παραγίνονται όλα τέλεια.
Η τέχνη δεν είναι κάτι που πρέπει να γίνει τέλεια. Αν ακούσω τώρα μια παλιά δουλειά μου και με ρωτήσεις αν θα άλλαζα κάτι, θα σου έλεγα ότι φυσικά και θα το έκανα. Μεγαλώνουμε, αλλάζουν οι ζωές μας, αλλάζει η σχέση μας με τη μουσική. Αλλά η τέχνη είχε συμβεί εκείνη τη στιγμή, για εκείνη τη στιγμή.» 

«Μισώ την "εικονογραφημένη" μουσική στις ταινίες. Για ποιο λόγο να γράψω μουσική βασισμένος σε ό,τι βλέπω στην οθόνη; Βλέπω ας πούμε κάποιες χολιγουντιανές ταινίες. Κλαίνε οι ηθοποιοί, κλαίει και η μουσική, αγαπούν, αγαπά και η μουσική, κάνουν έρωτα, κάνει έρωτα και η μουσική. Ακυρώνεται το συναίσθημα. Η μουσική όμως είναι ένα μεταφυσικό στοιχείο στην ταινία. Δεν ξέρουμε πότε μπαίνει και πότε ‘κλείνει’ και σχεδόν ποτέ δε βλέπουμε τους μουσικούς. Η μουσική όμως πρέπει να είναι και κάτι παραπάνω. Κάποιες φορές πρέπει να λειτουργεί σαν μία αναμονή ή σαν ρετροσπεκτίβα ή να αισθάνεται αυτό που αισθάνεται ο θεατής εκείνη τη στιγμή.

Η μουσική είναι δημιουργία στον κινηματογράφο. Πάρτε παράδειγμα και από την Ελλάδα, τον Θεοδωράκη, τον Vangelis, απίστευτη μουσική, τόσο δημιουργική. Όλοι θυμούνται το Chariots of fire ή την μουσική από τον Ζορμπά. Ή τον Ρότα με τον Φελίνι, τον Μορικόνε με τον Λεόνε και τόσους άλλους.

Ξέρω ότι γράφω λυπημένη μουσική αλλά μερικές φορές νομίζω ότι δίνει ελπίδα σε όσους αισθάνονται πολύ λυπημένοι. Γράφω μουσική μάλλον για ένα μικρό κοινό αλλά πάντα υπάρχει αρκετός χώρος για τη μουσική μου και για να στείλω το μήνυμά μου. Με ρωτάς το πώς, γιατί, τι. Δεν έχω ιδέα, απλά είμαι εδώ, απλά γράφω μουσική. Και κάθε φορά τελειώνω μια δουλειά και είμαι τόσο άδειος που νομίζω ότι δε θα ξαναβρώ έμπνευση…».
 
Με ξεναγεί στο μικρό στούντιο που έχει φτιάξει στο «καταφύγιο» στη Ρόδο, ακούμε ένα δείγμα από την πιο πρόσφατη δισκογραφική συνεργασία του με την Lisa Gerrard (Dokąd), μιλάμε για τον Καβάφη και την επιθυμία του να μελοποιήσει το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» -βλέπω το βιβλίο στα ελληνικά και τα πολωνικά που είναι αφημένο πάνω στο πιάνο. Μιλάμε για τον Σενέκα και την επίκαιρη φιλοσοφία του, τον Πλάτωνα, τον Μπωντλέρ- τον μεγαλύτερο ποιητή όπως τον χαρακτηρίζει για να προσθέσει την αξία των δοκιμίων του για την τέχνη και την αισθητική.  

«Η φαντασία δεν έχει αρχή και τέλος έγραφε ο Μπωντλέρ. Πράγματι, στη ζωή και στο επάγγελμα πρέπει να προσπαθείς να εμβαθύνεις συνεχώς. Η ποίηση χρειάζεται χρόνο για να επιβεβαιωθεί εντός σου. Η τέχνη δεν γερνάει ποτέ. Είναι απλά ή καλή ή κακή».

Η συζήτηση επανέρχεται στο Κοντσέρτο για την ενωμένη Ευρώπη, θυμάται το κατάμεστο Ηρώδειο και τον κόσμο να τραγουδάει ‘Πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει…’. Σκέφτομαι ότι το έργο γράφτηκε το 1990 πριν την Ευρωζώνη και του ζητάω την άποψή του για τη σημερινή Ευρώπη:

«Αν θυμάσαι το τραγούδι κλείνει με ένα πένθιμο εμβατήριο (funeral march) αλλά ελπίζω αυτή τη φορά να είμαι λάθος. Δεν θέλω να τελειώσει η Ευρώπη. Αν αυτό γίνει, ας προετοιμαζόμαστε για έναν μεγάλο πόλεμο γιατί η Ευρώπη είναι ‘στη γωνία’. Δείτε τι γίνεται για παράδειγμα με τους πρόσφυγες ή με την οικονομική κρίση. Φυσικά και η Ευρώπη κάνει χιλιάδες λάθη. Όπως και ολόκληρος ο κόσμος. Δείτε τι γίνεται με την Αμερική που εις το όνομα της δημοκρατίας που θέλει να εξάγει παντού, «αγγίζει» το Ιράκ, την Λιβύη, την Τυνησία, την Αίγυπτο. Και τι έχουμε τελικά; Πολέμους. Γιατί οι άνθρωποι εκεί δεν είναι προετοιμασμένοι να έχουν τέτοιου είδους ‘ελευθερία’. Και παράλληλα, χάνονται τόσες ζωές με τον ΙSIS, με τρομοκρατικές επιθέσεις, κλπ.

Γίνονται πολλά λάθη, πολιτικά λάθη, δημοσιογραφικά ως και καλλιτεχνικά. Ανοίγεις την τηλεόραση και βλέπεις ανόητα προγράμματα, διαγωνισμοί και τηλεπαιχνίδια. Στην Πολωνία ειδικά ανοίγω την τηλεόραση και παντού έχει προγράμματα για μαγειρική. Ή βλέπω με τι θέματα ασχολούνται πολλοί δημοσιογράφοι… Στην εποχή μου, στα 70s και 80s, όταν λέγαμε ‘μεγάλος σταρ’ στην Πολωνία εννοούσαμε έναν καλό δημοσιογράφο, έναν φανταστικό συγγραφέα, έναν εξαιρετικό ζωγράφο.  Είναι απίστευτο πόση φτώχεια υπάρχει σ’ αυτό τον τομέα σήμερα. Και δυστυχώς τα νέα παιδιά μεγαλώνουν μ’ αυτή την κουλτούρα.  Δεν έχει σημασία αν έχεις οικονομική ευμάρεια, σημασία έχει ποιος είσαι, που πας, τι θες να δεις, τι μηνύματα θέλεις να αφήσεις στα παιδιά σου».

«Οι άνθρωποι γεννιούνται ή αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι. Εγώ γεννήθηκα απαισιόδοξος εκτός από όταν βρίσκομαι εδώ στην Ελλάδα. Και ξέρω πολύ καλά τι έχει περάσει η χώρα σας τα τελευταία χρόνια με την κρίση και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα έχει υπέροχους ανθρώπους, βλέπω και εδώ στη Ρόδο τους φίλους που χαμογελάνε και πίνουν τον καφέ τους και σου λένε ‘ίσως ναι ίσως όχι…’. Αυτό είναι! Και είναι φανταστικό…».


 

Μικρή εξομολογητική αναδρομή. Πρωτο-ανακάλυψα τον Ζμπίγκνιου Πράισνερ σε έναν μικρό κινηματογράφο του Λονδίνου, βλέποντας το «Μοιραίο Πάθος» του Λουί Μαλ και ‘κολλώντας’ με τη μουσική επένδυση της ταινίας. Φοιτήτρια, 1992. Η επόμενη χρονιά είχε χρώμα μπλε, η μεθεπόμενη άσπρο, μετά κόκκινο. Ήταν εκείνη η περίφημη τριλογία του σπουδαίου σκηνοθέτη Κριστόφ Κισλόφσκι «Τρία Χρώματα» για την οποία ο αχώριστος συνεργάτης Πράισνερ, είχε γράψει τη συναρπαστική μουσική –και για κάμποσες άλλες, βέβαια, ταινίες του-.  Στη διαδρομή του χρόνου από τότε, οι ακροάσεις της δουλειάς του πλήθυναν ακολουθώντας ηχητικά κάποια από τα πολλά και σημαντικά καλλιτεχνικά του βήματα.  Πριν ξεκινήσω να τον συναντήσω, μάζεψα ένα-δυο cd για να μου τα υπογράψει. Χαμογέλασε βλέποντας την, ταλαιπωρημένη από την πολυκαιρία, πλαστική θήκη του σάουντρακ για την ‘Διπλή ζωή της Βερονίκ’…   

Πόλυ Χατζημάρκου

INFO: 
Η κοσμοπλάστρα μουσική του Zbigniew Preisner, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Σάββατο 3 και Κυριακή 4 Νοεμβρίου. Στις δύο συναυλίες τον συνθέτη θα πλαισιώσουν η Lisa Gerrard, η Μαρία Φαραντούρη, η σοπράνο Εντίτα Κρζεμιέν, ο πιανίστας Κοντράντ Μαστίλο, ο βιολιστής Ζμπίκνιου Παλέτα, η Νέα Συμφωνική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης και η Μικτή Χορωδία Νίκος Αστρινίδης.