«Ονείρων χρώματα»

 Ονείρων χρώματα

«Όποιος μπορεί να φυτέψει ένα δέντρο, ακόμη και αν αισθάνεται ότι έρχεται το τέλος του κόσμου, ας το κάνει...». Στην Κιβωτό των λέξεων που γεννούν εικόνες και ερωτοτροπούν με τα μύχια της ψυχής, η Λουκία Ρικάκη υπήρξε πλοηγός. Παραμυθίες διονυσιακές, σμιλεμένες στον τροχό της απωλείας και της προσμονής αποτελούν το υλικό του ύστατου τόμου των διηγημάτων της. Μετά τον χαλκέντερο ποιητή Αργύρη Χιόνη, η φυγή της Λουκίας Ρικάκη προσθέτει ένα αγκάθι δυσαναπλήρωτης απουσίας στους χειμάρρους της σκέψης και όχι της έτοιμης τροφής, που επιβάλλεται όλο και πιο έντονα. Τα παιδιά και όσοι αισθάνονται παιδιά, αθώοι ακόμη από τις βουλές των διαβρωτικών επιμελητηρίων της διανόησης, υπήρξαν ο ζωτικός χώρος της σκηνοθέτιδας και συγγραφέως. Ο τίτλος των διηγημάτων της, ειρωνικός φαντάζει σήμερα και ταυτόχρονα απόλυτα συμβατός με την προσωπικότητα της.

Τα συστατικά της αγάπης και της ελπίδας, μας λείπουν αυτές τις σκοτεινές εποχές και οφείλουμε πάση θυσία να τα διαμορφώσουμε ξανά. Να συστήσουμε στους νεότερους και κυρίως στους εαυτούς μας, την πηγή της ζωής, τα όνειρα. Η Ρικάκη πιάνει τα χρωματιστά μολύβια της και αφηγείται ψιθυριστές ιστορίες. Ένα μπουκέτο αρωμάτων και θαυμάτων, που ξετυλίγονται μοναχά στο καντράν της διαίσθησης. Μπορεί ο καθένας να ξεκινήσει το διάβασμα από όπου θέλει. Να φτιάξει τη δική του σειρά, τη δική του ακροστοιχίδα, το δικό του αλφάβητο. Ο μελωδικός της λόγος, θαρρείς βγαλμένος από περιπλανώμενους λυράρηδες, εισχωρεί στις κόγχες των αδήλωτων επιθυμιών. Χαράσσεται από το ανθεκτικό νήμα της αγάπης και δεν έχει φόβο να διαλυθεί στην άμμο, όπως τα εφήμερα παλάτια. Η Ρικάκη στο υστερόγραφο της τούτο, στρέφει το βλέμμα προς τον ουρανό. Ένα βλέμμα κρυστάλλινο που ακουμπά στο ακρόπρωρο, εκεί που ο ορίζοντας διαστέλλεται σε ελαιογραφία μαγική και άπειρη. Παράλληλα, η συγγραφέας δεν χάνεται μέσα σε κοινότυπες αναλαμπές εύπεπτης φαντασίας. Οι ιστορίες της αν και άχρονες, βαστούν τους χυμούς τους από το παρόν. Γεννούν, μια ερωτική απεικόνιση του σημερινού κόσμου. Σε μια καθημερινότητα εξόχως κυνική, η «φωβική» πένα της Ρικάκη ανανεώνει το πάθος για την ομορφιά του απίθανου. Μια πολυφωνική μετατόπιση, από την επιφάνεια του απτού, στις χαράδρες του άυλου. Ένα βιβλίο προσευχητάρι για ένα καλύτερο αύριο. Κάτω από το δέρμα, οι πληγές από τις σκλήθρες της θνητότητας, μετατρέπονται σε αυλαία θεάτρου σκιών. Εκεί που το φως παλεύει με τους δαίμονες. Η τρυφεράδα με το έρεβος. Η Λουκία Ρικάκη στο τελευταίο συγγραφικό της έργο, μας υπενθυμίζει το πόσο σημαντικό είναι να ανοίγεσαι στη θαλερότητα μιας μεγάλης αγκαλιάς. Να τσαλαβουτάς ξυπόλητος στον νερόλακκο των ονείρων και να απολαμβάνεις απαγορευμένους καρπούς στις κορφές των δέντρων. Λουκία, μας λείπεις ήδη.

Του ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΡΜΟΥΛΗ