Π. Π. Παζολίνι - ΟΡΓΙΑ



Π.Π Παζολίνι - ΟΡΓΙΑ

Είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του Π. Π. Παζολίνι, η «Ομάδα των Τεσσάρων» - η σκηνοθέτης δηλαδη Λουκία Ρικάκη και οι ηθοποιοί Βάνα Μπάρμπα, Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος και Δέσποινα Κούρτη - ανεβάζουν στο θέατρο Πανελλήνιον της λεωφόρου Συγγρού το τολμηρό του έργο με τον τίτλο «Όργια», που έχει γραφτεί το 1965. Τα πάθη των φύλων, η σύγκρουση του ζευγαριού, έρωτας, βία, τα όρια…Τριάντα χρόνια μετά, τα θέματα είναι πάντα ίδια.
 
Στις 18 Οκτωβρίου, o Πιερ Πάολο Παζολίνι θα απευθυνθεί από τη σκηνή του θεάτρου «Πανελλήνιον» στους θεατές, προτρέποντάς τους να δανειστούν τις ελαφρές «αποσκευές» αθώων εφήβων και να σταθούν μπροστά στο ρίνγκ μιας οργιώδους υπαρξιακής πάλης:  «Σας παρακαλώ, να είστε σαν εκείνους τους στρατιώτες, τους πιο νεαρούς από κείνους τους στρατιώτες που πρωτόβαλαν πόδι μες στα συρματοπλέγματα του στρατοπέδου... Τα μάτια τους... Αχ, σας παρακαλώ, να είστε νέοι όπως εκείνοι! Αυτό μονάχα. Και τώρα, διασκεδάστε».
 
Ένας άντρας και μια γυναίκα χωρίς όνομα, χωρίς να μαθαίνουμε πότε και πού, ετοιμάζονται για ένα οδυνηρό ταξίδι στην αλήθεια. Βουλιάζουν στα άδυτα των αδύτων της ύπαρξής τους, τοποθετούν τη ζωή τους στο μικροσκόπιο. Θα αναρωτηθούν για την επαφή με το σώμα τους και το λόγο, για τις επιλογές και τις μνήμες τους, για το μυαλό και για τις μάσκες που φορούν, για τη σχέση μεταξύ τους, με τα πράγματα και τον περίγυρο.
 
Τα «Όργια», ένα εξαιρετικά τολμηρό, ποιητικό και χειμαρρώδες θεατρικό έργο, γράφτηκε από τον Παζολίνι το 1965, πριν ακόμα εξελιχτεί στον διάσημο αιρετικό σκηνοθέτη, όταν μια αρρώστια τον είχε καθηλώσει στο σπίτι. Επώδυνα αναλυτικός με τρόπο διεισδυτικό και αποκαλυπτικό, θα αναμετρηθεί με το αδιέξοδο του λόγου, με τις κοινωνικές φόρμες και συμβάσεις. «Να λοιπόν τι αποδεχόμαστε! Την πόλη με τους ιερούς της άντρες που μας ευλογούν, με τους ισχυρούς της άντρες, με τους οπλισμένους της άντρες, με τους κανόνες της και με τον κανόνα των κανόνων: που κάνει τον έρωτα των άλλων αγνότητα και τον δικό μας ενοχή».
 
 Η συμπεριφορά των ηρώων του, σταθερή και συγκεκριμένη. Ο καθένας, ταμπουρωμένος πίσω από τις επάλξεις της διαφορετικότητάς του, οικείοι σαν σύζυγοι, αγαπημένοι και φίλοι σαν μακροχρόνιοι σύντροφοι, θ’ αρχίσουν τον πόλεμο και τα θανατερά μακροβούτια για την ανέλκυση της πραγματικότητας...
 
Οι σχέσεις, τα σώματα, ο λόγος
 
Οι δυο τους θα αναρωτηθούν αν έχουν μιλήσει στη ζωή τους πραγματικά - αν έχουν πει αλήθειες κι αν υπάρχει λόγος να τις πουν, αν είναι σε θέση να πουν τα πράγματα με το όνομά τους, αν τελικά το όνομα που έχουν αυτά τα πράγματα δεν είναι παρά ένας εγκλωβισμός, μια παγίδα του ίδιου του λόγου. Το αρσενικό μυαλό του Άντρα θα ζητάει με μανία απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν μπορούν ν' απαντηθούν. Οι κραδασμοί της πάλης του θα ανατρέπουν και θα υπονομεύουν τις λύσεις που έχει δώσει, λίγο πριν, στα υπαρξιακά του ερωτήματα: «Δεν έχουμε τη δύναμη να ζήσουμε την πραγματικότητά μας: είμαστε σκλάβοι της. Και γιατί να τη ζούμε, αν είναι σκλαβιά; Ντρεπόμαστε. Ξέρουμε ότι είναι κακό... Συντασσόμαστε με τους άλλους -που αν ήξεραν, θα μας έκριναν- θα έκριναν εμάς αντί τον εαυτό τους! Είναι αλήθεια ότι η παράσταση που δίνουμε γίνεται κεκλεισμένων των θυρών. Αλλά εμείς, ως θεατές του εαυτού μας, τον καταδικάζουμε. Και έτσι προχωρούμε, μέρα τη μέρα, ζώντας την ελευθερία της ντροπής και νιώθοντας την ντροπή του σκλάβου».
 
Η Γυναίκα θυμάται τις εντολές του πατέρα της ως μυστικό ερωτικό λόγο ανάμεσα στους γονείς της, ενώ, για εκείνον, το σπίτι, η εστία, είναι κάτι κατεστραμμένο και περιττό: «Ένας πατέρας που άνοιγε το στόμα του μονάχα για να βγάλει αηδιαστικούς ήχους διαταγών, συντετριμμένος σαν παλιός στρατιώτης απ’ το κρασί και τη φτώχεια, ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΙΛΟΥΣΕ. Μια μητέρα αδιάφορη και μακρινή σαν πουλάκι, που άνοιγε το στόμα μονάχα για να αμυνθεί, ή να κλάψει, ή να διαμαρτυρηθεί άκαιρα - ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΙΛΟΥΣΕ».
 
Η Γυναίκα, το άλλο μισό του χαρακτήρα του, η συμφιλιωμένη με τη φύση, θα στέκει απέναντι του έχοντας τη δύναμη να κωφεύει στα δαιδαλώδη διανοητικά καλέσματα. Εκείνος θα μένει συνέχεια απ’ έξω... σε περιοχές ναρκοθετημένες, πατώντας, ψάχνοντας για τον καθαρό τόπο, για την αλήθεια, αλλάζοντας συνεχώς διαδρομές, διαθέσεις και απόψεις... Εκείνη, γήινη και συνεπής στο ένστικτο της, «δεν θέλει να φτάσει στα όρια», «δεν θέλει να μάθει άλλη φορά πως ένας αθώος μπορεί να προκαλέσει τρόμο». Αντιλαμβάνεται τι της ζητάει, αρνείται όμως να μάθει, ν’ ακούσει, να ξέρει: «Ενα κομμάτι της διττής μου  ύπαρξης θέλω να το  γνωρίσω, ένα άλλο δεν θέλα: να το ξέρω». Κι όσο πιο πολι θα ξεκαθαρίζει τα πράγματα και τη θέση της απέναντι τους, τόσο πιο πολύ ο άντρας θα δαιμονίζεται: «Αν εμείς οι δύο δεν ζούσαμε μια αποκλειστικά δική μας ζωή και δεν είχαμε στήσει μια υποκριτική τελετουργία, κρυμμένοι εδώ, σε μια συζυγική κρεβατοκάμαρα σαν σε λαγούμι - αν κάναμε δημόσια αυτό που κάνουμε κρυφά- φτιάχνοντας τη σχέση μας με μια αληθινή παράσταση, ποιός θεατής δεν θα μας καταλάβαινε, έστω και αν δεν λέγαμε  λέξη;».
 
Ο Παζολίνι, με τη φωνή του Άντρα και μέσα από έναν ξέφρενο φιλοσοφικό διάλογο, καλεί τη Γυναίκα να τα δώσει όλα. Ο ίδιος αρνείται να ζήσει το μερτικό της ζωής του ως γκρίζα ύπαρξη, ήρεμος, ασφαλής, «υγιής», υποκριτής και βολεμένος. Επιμένει στο ρίσκο... Μιλώντας για το θάνατο φωνάζει τη λαχτάρα του για τη ζωή, εφόσον «ή μένεις αθάνατος και ανέκφραστος ή εκφράζεσαι και πεθαίνεις». 
 
Ουρλιάζει ότι όλοι παριστάνουμε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε. Φοράμε τη μάσκα του πολιτισμού, της ευγένειας και των καλών τρόπων όταν βγούμε έξω. Ξέρουμε όμως ότι στην ασφαλή απομόνωση του σπιτιού, όταν κλείνουμε την πόρτα πίσω μας, μπορούμε να δούμε τον πραγματικό μας εαυτό. Εκεί μέσα μπορούμε να μιλήσουμε με τη γλώσσα του σώματος, να αναιρέσουμε ότι περιφέρουμε ως θέσφατο στην κοινωνική μας συμπεριφορά και να αφεθούμε στην ομορφιά του κακού. «Πώς θα μπορέσουμε ποτέ να λευτερωθούμε από το κακό αν είναι απέραντα πιο ωραίο από καθετί καλό;»
 
«Έχω κάνει μόνο τα εύκολα. Θέλω ν’αλλάξω»
 
Η Λουκία Ρικάκη έπεσε πάνω στα βιβλία «Όργια» τυχαία, σ’ ένα βιβλιοπωλείο των Βρυξελλών… Στις πρώτες σελίδες κόλλησε και το διάβασε σχεδόν όλο εκεί, επιτόπου, καθισμένη στο πάτωμα του μαγαζιού. Η επόμενη κίνησή της ήταν να πάρει τα δικαιώματα του έργου και, στη συνέχεια, να στραφεί στην αναζήτηση του θεάτρου, στο κάστινγκ και (γιατί όχι;) στο σωστό πλασάρισμα της φιλόδοξης θεατρικής της παραγωγής. Θα κυκλοφορήσουν T-shirt και κάρτες με τσιτάτα του Παζολίνι, θα οργανωθούν ημερίδες και ανοιχτές συζητήσεις για το έργου του ιταλού διανοούμενου, εφόσον στις 2 Νοεμβρίου κλείνουν 20 χρόνια από το θάνατό του.
 
«Δεν είναι μια εργασιακή λύση, δεν είναι μια συνηθισμένη δουλειά» λέει η Λουκία Ρικάκη. «Δεν ξέρω αν το κάνουμε από τόλμη, σίγουρα όμως το κάνουμε από απόγνωση. Ίσως σε μια άλλη στιγμή της ζωής μου να μην καταπιανόμουν με τόση ζέση και τόσο πάθος. Σήμερα, που τα κοινωνικά ερεθίσματα λείπουν, έχει μεγεθύνει το ενδιαφέρον των ανθρώπων για ενδοσκοπήσεις και ο προβληματισμός για την ποιότητα των σχέσεων». Στα «Όργια», τα σκηνικά κάνει ο Ντίνος Πετράτος και τη μουσική ο Θανάσης Ρικάκης, ερευνητής στην ψυχοακουστική μουσική…
 
Η φωνή των ηθοποιών ηχογραφήθηκε, πήρε τη θέση της στο πεντάγραμμο και τα κομπιούτερ φρόντισαν να την κάνουν μουσική με ένταση, πυκνότητα και συναίσθημα... Η επιλογή της  για το ρόλο της Γυναίκας θα συνέπιπτε μ' αυτή του ίδιου του Παζολίνι αν ζούσε κι έκανε τη διανομή - ισχυρίζεται η σκηνοθέτης. Βρίσκει ότι είναι γνήσια, αυθεντική, έχει ένστικτο, αλήθεια και κρύβει υποκριτικά υλικά που μπορεί για πρώτη φορά να τα θέσει στην υπηρεσία ενός άλλου είδους...
 
Για την ίδια τη Βάνα Μπάρμπα, το έργο έγινε η αφορμή να ξαναδεί τη ζωή της απ' την αρχή: «Θέλω ν’ αλλάξω. Τι νόημα έχουν για μένα τα εξώφυλλα και τα κουτσομπολιά; Δεν έχει καμιά σημασία πια να δείχνω το σώμα μου μέσα από ένα κομπινεζόν. Όλα όσα έκανα ήταν εύκολα, χωρίς να σημαίνει ότι έγιναν με ευκολία. Πήραν μέρος απ’ την ψυχή μου, άρα ήταν κοπιαστικά. Θέλω να παλέψω για τα δύσκολα. Ακόμα δεν ξέρω τι γίνεται στο θέατρο. Δεν ξέρω πώς μιλάνε εκεί. Διάβασα το έργο και αναστατώθηκα. Επενεργεί πάνω μου σαν ψυχοθεραπεία. Βαρέθηκα τα ίδια και τα ίδια. Το σύστημα με τις ταμπέλες του. Δεν προσπαθώ να αποδείξω ούτε ότι είμαι καλή ηθοποιός ούτε τίποτα άλλο. Δοκιμάζω χωρίς να σημαίνει ότι θα τα καταφέρω».
 
Στριπτίζ ψυχής τε και σώματος
 
Ο Άντρας, Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος, θεωρεί το έργο έναν τολμηρό φιλοσοφικό διάλογο, και τονίζει ότι δεν ξέρει κατά πόσον ποιεί ήθη, πιστεύει όμως ότι σίγουρα αναστατώνει ήθη: «Από ένστικτο αντιλαμβάνομαι τον άνδρα. Και επειδή έχω ζήσει αρκετά “σκοτεινά”, θα θέσω στην υπηρεσία του έργου “τα σκοτάδια μου” - και ό,τι βγει... Το όλο εγχείρημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τολμηρό, με την έννοια ότι είναι από τα σπάνια πράγματα που συμβαίνουν σήμερα για να ενθαρρύνουν την επικοινωνία. Θα μπορούσε να εκτιμηθεί και ως χριστιανική χειρονομία... Βρε παιδιά, τι γίνεται; Μήπως πρέπει να αποπειραθούμε να τα πούμε με τον εαυτό μας και με τους άλλους χωρίς να φοράμε μάσκες; Εκτεθείτε. Τολμήστε να βγάλετε την πραγματικότητά σας».
 
Το τρίτο πρόσωπο του έργου, τη νεαρή πόρνη που θα διαδεχθεί τη Γυναίκα δοκιμάζοντας το τελικό ξέσπασμα της βίας του Αντρα, υποδύεται η Δέσποινα Κούρτη, που ξεχώρισε με την ερμηνεία της στην ταινία του Αντώνη Κόκκινου «Τέλος εποχής». Η Λουκία Ρικάκη βλέπει τα γυμνά της παράστασης να ωχριούν σε τόλμη μετά το στριπτίζ του φιλοσοφικού διαλόγου που έχει προηγηθεί και τις σφαλιάρες που πέφτουν, σα χάδια μπροστά στα ισχυρά ραπίσματα του λόγου.

«Η βία της σκληρής και αιχμηρής γλώσσας του κειμένου είναι πολύ πιο έντονη από τη σωματική. Τα χαστούκια της ψυχής αφήνουν κάποτε τα ίχνη τους σε πληγές πολύ πιο σοβαρές από αυτές της σωματικής βίας και του αμαρτωλού σεξ. Ο στόχος μας δεν είναι η πρόκληση. Από τη στιγμή που το έργο έχει για μας τους ίδιους μια λυτρωτική λειτουργία, αυτή θα κατεβεί και στην πλατεία. Αν αυτοί οι χαρακτήρες πάνω στη σκηνή γίνουν πραγματικοί κι αληθινοί, είμαι σίγουρη ότι οι θεατές θα επικοινωνήσουν μ' αυτό το πρωτοπόρο και επίκαιρο όσο ποτέ κείμενο». Είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του καταραμένου ποιητή και σκηνοθέτη Πιερ Πάολο Παζολίνι, οι... τρομοκρατικές παραινέσεις του -«Η υπάρχουσα κοινωνική κατάσταση είναι ελεεινή και αξίζει να καταστραφεί. Αν το καθήκον αυτό ανήκει στο θέατρο, ανήκει ακόμα περισσότερο στο πολυβόλο»- θα προσπαθήσουν να εκφραστούν μέσα από τολμηρά και φιλόδοξα, είναι η αλήθεια, σχέδια στη σκηνή ενός αθηναϊκού θεάτρου, εφόσον τα «πολυβόλα» έχουν από καιρό σιωπήσει... 
 
της Έφης Μαρίνου
Περιοδικό "Ε" της Ελευθεροτυπίας