«Όργια»

ΟΡΓΙΑ

Ένας Άντρας και μία Γυναίκα. Στη σκηνή. Ασφυκτιούν από την ίδια τους την ύπαρξη, τους κοινωνικούς τους ρόλους, την εικόνα που μόνοι τους σχημάτισαν ζώντας απλώς τη ζωή τους. Η Βάνα Μπάρμπα και ο Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος. Ζωντανεύουν το θεατρικό έργο του Πιέρ Πάολο Παζολίνι «Οργια» σε σκηνοθεσία Λουκίας Ρικάκη. Πριν την αυλαία οι πρόβες.
 
Η κίνηση των αυτοκινήτων στη λεωφόρο δεν στα­ματάει ποτέ. Έψαχνα για ταξί, η ώρα ήταν περασμένη και το λεωφορείο που σταμάτησε μπροστά μου μού α­ποκάλυψε τα κουρασμένα πρόσωπα των επιβατών.
 
Οι πρόβες συνεχίζονται στη σκοτεινή αίθουσα που άφησα πίσω μου. Πόσοι, αναρωτήθηκα, θα γίνουν θεατές της παράστασης; Ή μήπως χωρίς να το ξέρουν είναι οι ήρωές της;. Φωτισμένοι από το απρόσωπο φως των λαμπτήρων, μία πινακοθήκη καθημερινών ανθρώ­πων που επιστρέφουν σπίτι για να καταφύγουν βιαστι­κά στο όνειρό τους. Ξέρεις τι σημαίνει να ζεις ένα όνειρο; Αυτό που δεν είσαι, γίνεσαι: και κάθε νύχτα το συναντάς. Η τελευταία φράση από το έργο του Παζολίνι περιμένει από τη Γυναίκα (Βάνα Μπάρμπα) και τον Άντρα (Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο) την επόμενη ατάκα: «Σου αρέσει; - με ρωτούν. Η παράσταση που δίνουμε δεν είναι ένα θέαμα ειρήνης;».
 
Ένα «θέαμα ειρήνης». Όμως πόσο «θέαμα ειρήνης» ήταν τα πρόσωπα του Παζολίνι; Παλιός γνώριμος από τα καλοκαίρια μας του '70, ο Ιταλός σκηνοθέτης. Νύ­χτες στο «Λιλά», το «Ζαν Μαρί», το «Βοξ», το «Αελλώ», τη «Ριβιέρα». Παράδεισος για τους κινηματογρα­φόφιλους. Έργο του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, δεν χάνα­με ποτέ. Ταινίες εξαιρετικές στην απλότητά τους και με σχεδόν πρωτόγονο τρόπο κινηματογραφικής γρα­φής αποτύπωσαν την ασφυκτική δύναμη όσο και αδυ­ναμία της ζωής. Ο κόσμος του. περιθωρίου στους δρό­μους της ιταλικής πόλης («Ακατόνε», «Μάμα Ρόμα» «Οργή») συναντούσε τα πρόσωπα της Ιστορίας («Οιδίπους Τύραννος», «Μήδεια», «Χίλιες και μία νύχτες», «Ιστορίες από τον Βοκκάκιο», «το Κατά Ματθαίο Ευαγ­γέλιο»). Κοινή τους μοίρα, ο έρωτας και η κρυφή του όψη. Ο έρωτας και η βία, περιρρέουν όλο το έργο του Παζολίνι. Οι ήρωές του πεθαίνουν ή σκοτώνουν επει­δή ενδίδουν στον έρωτα και την αγάπη. Πίσω από το διπολικό αυτό σχήμα ενεδρεύει η άβυσσος της ανθρώ­πινης ψυχής. Σ’ αυτήν την άβυσσο έχει πέσει και το ζευγάρι που από πρόβα σε πρόβα σχηματίζεται στη σκηνή του θεάτρου. Από τη στιγμή που και οι δύο α­ποφάσισαν να στρέψουν το βλέμμα εντός τους, συνει­δητοποίησαν το ατέρμονο της ζωής, τη σύμβαση της καθημερινότητας και την υποκρισία της. Άντρας: Ας μιλήσουμε τώρα ήρεμα για τον δικό σου φόβο. Γυναί­κα: Το μόνο που ξέρω είναι ότι φοβάμαι. Και ο φόβος αυτός μου θολώνει το μυαλό.
 
Τρομάζουν από το κενό τους, αρνούνται τις παραδό­σεις τους, τη ζωή έτσι όπως όλοι την ξέρουμε: Τα βρά­δια, στην πλατεία μπροστά από το Δημαρχείο, οι φω­νές έρχονταν απ’ τα καφέ που έμεναν ανοιχτά ως αρ­γά (...). Μα κανείς δεν μιλούσε. Προχωρούν στο επόμενο βήμα αναζητώντας την κά­θαρση, που μπορεί και να μην έρθει. Σύμμαχοι και αντίπαλοι μαζί, χρησιμοποιούν ο ένας τον άλλο, κατα­φεύγουν στο όνειρο, όμως η ωμή πραγματικότητα με όλο της τον τρόμο παραμονεύει. Αυτός ο τρόμος με βόλευε, με βόλευε πολύ γιατί μου μάθαινε να φοβάμαι τα πάντα, κι έτσι έσκυψα το κεφάλι και χώθηκα στο καβούκι μου, όπου Θεέ μου έκανα όλα όσα ήθελα.

Ένας άντρας και μία γυναίκα ο ένας εναντίον του άλλου και εναντίον όλου του κόσμου στην προσπάθειά τους να νιώσουν για λίγο ελεύθεροι.
 
Παρακάλεσα τη Λουκία Ρικάκη να μου δώσει αντίτυπο του έργου για να ξαναβρώ κάτι από τον Παζολίνι που κάποτε συναντούσα συχνά. Σήμερα οι ταινίες του παί­ζονται σπανίως και στην τηλεόραση σχεδόν ποτέ. «Βρήκα τυχαία το βιβλίο σ’ ένα βιβλιοπωλείο των Βρυ­ξελλών». εξηγεί η Ρικάκη «και αποφάσισα να ανεβάσω την παράσταση γνωρίζοντας όλες τις δυσκολίες και τους κινδύνους που κρύβει μία τέτοια απόφαση». Μετά τη δεύτερη ταινία της, το «Κουαρτέτο σε τέσσερις κινή­σεις» και το «Standupcomedy», που έστησε στην αυ­τοσχέδια σκηνή αθηναϊκού μπαρ, ετοίμαζε το σενάριο της επόμενης ταινίας της. Τα «Όργια» τής άλλαξαν τον δρόμο. Καθισμένη τώρα ανάμεσα στους δύο πρω­ταγωνιστές ακούει την εκφορά του λόγου, σημειώνει τις παρατηρήσεις τους, διακόπτει για μία φράση που πρέπει να ειπωθεί αλλιώς, περιμένει τη δική τους εκδο­χή για μία άλλη.
 
«Στην αρχή ήταν δύσκολα», ομολογεί η Βάνα Μπάρ­μπα, «όμως σιγά-σιγά τα πράγματα έρχονται μόνα τους. Μαγικά». Έχουν δουλέψει πολύ και οι τρεις τους πάνω στο κείμενο. Φράση-φράση. Η Βάνα με σιγουριά απαντά πως «όχι. δεν με φοβίζει αυτό που κάνω. Για μένα ήταν μία πρόκληση, να βρω τα όρια μου. Δεν ξέ­ρω αν θα καταφέρω να δώσω αυτό που πρέπει, θα κά­νω όμως, ό,τι μπορώ. Συμμετέχω σ’ αυτή την παράστα­ση περισσότερο για μένα. Δεν θα έκανα πια ποτέ κάτι απλώς για να είμαι αρεστή σε κάποιους». Τη Γυναίκα που υποδύεται τη συναντάει αργά, τη σχηματίζει κα­θώς οι πρόβες και οι συζητήσεις προχωρούν και όσο τη βρίσκει, τόσο την αγαπάει περισσότερο. «Είναι μία σχέση ανθρωποφαγική», λέει «αλλά αυτό συμβαί­νει σε κάθε σχέση, όχι μόνο ερωτική. Οτιδήποτε έχει προκύψει και το ζούμε χωρίς να το εξετάσουμε, μας πνίγει. Το σημαντικό είναι ν' ακολουθούμε την προσω­πική μας αλήθεια, όπου κι αν μας οδηγεί».
 
Αναφέρεται στις βίαιες ανατροπές του έργου, τις μικρές επαναστά­σεις των ηρώων του, «αυτές που θα μας ξαναγεννή­σουν». Μοιάζει να μιλάει και για τον εαυτό της, για τη διαδρομή της στη δυναστεία των Μ ΜΕ, για τον κατα­ναλωτισμό των πάντων που απαιτεί τον καθένα εκεί που τον τοποθέτησε. «Το πρώτο σκαλί είναι να συνει­δητοποιήσεις τη διαφορετικότητά σου, μετά να την ακολουθήσεις». Σε αντίθεση με τους περισσότερους δεν έχει κανένα όραμα. «Όλα έρχονται μόνα τους από μία ανάγκη, μικρή ή μεγάλη». Επαναλαμβάνει ότι ακολουθεί την αλήθεια «όπου κι αν με πηγαίνει· ακόμη κι αν εκεί το κοινό δεν με ακολουθήσει. Εγώ όμως εκεί θα νιώθω καλή». Όπως τώρα. Αν δεν έβρισκε αυτό το έργο, δεν θα έκανε τίποτε άλλο. Απέναντί της ο Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος. Σκύβει στο κείμενο τού Παζολίνι, σχηματίζει τον Άντρα. Τον νιώθει «πέρα από τον χρόνο και τον τόπο». Ο ήρωας που καλείται να ενσαρκώσει δεν έχει κανένα χαρακτηριστικό. «Είναι το αρσενικό που σφαδάζει από το ανικανοποίητο. Ψάχνει τη θέση του μέσα στην κοινωνία αλλά και μέσα στη φύση, σ’ αυτό το θηλυκά οργανωμένο σύμπαν κι αυτός νιώθει διαφορετικός.
 
Βρίσκει το έργο του Παζολίνι «γεμάτο από ερωτηματικά που δεν έχουν απαντηθεί ποτέ». Ένας φιλοσοφικός διάλογος, δύσκολος να γίνει σκηνική πράξη που απαιτεί από τον ηθοποιό κάτι περισσότερο από μία τοποθέτηση στη σκηνή. «Είναι τόσα πολλά αυτά που λέγονται». Η δυσκολία του εγχειρήματος δεν τον τρομάζει. «Αισθάνομαι ότι είμαι και πάλι σε γνώριμο έδαφος. Μπορεί να ακουστεί λίγο αλαζονικό αυτό αλλά δεν το λέω έτσι. Χωρίς να υποτιμώ τα άλλα έργα, εδώ νιώθω την ευτυχία να συναντιέμαι με πρόσωπα που οι αναζητήσεις και οι ανησυχίες τους είναι κοντινές μου. Έχω τη χαρά να συμπάσχω με κάποιον συγγραφέα και όχι να διεκπεραιώνω υποκριτικά έναν ακόμη ρόλο. Μέσα από τέτοιους συγγραφείς, σου δίνεται η ευκαι­ρία, αν τα καταφέρεις, να γίνεις ο μεσάζων μεταξύ ενός λαμπρού μυαλού και του κοινού».
 
Στη σκηνή του θεάτρου οι πρόβες συνεχίζονται. Η σύ­γκρουση του Άντρα και της Γυναίκας σε λίγες μέρες θα πάρει την τελική της μορφή. Η τέχνη με την υπερ­βολή της θα μεγεθύνει ό,τι σαν κόκκος άμμου είναι σκαλωμένο στο μυαλό των καθημερινών και ανώ­νυμων ανθρώπων.

«Η άβυσσος που πας να με ρίξεις είναι μέσα σου», έλεγε η Σφίγγα στον «Οιδίποδα Τύραννο» του Πιερ Πάολο Παζολίνι. Σε αυτή την άβυσσο έχει βρεθεί το ζευγάρι των «Οργίων». Και προσπαθεί να μετατρέψει δύο παράλληλες πορείες ζωής σε σχέση διαλογική. Να απαντήσει σε ερωτήματα που ποτέ δεν έχουν απαντηθεί.

Του Αντώνη Κυριαζάνου
Περιοδικό Madame Figaro