Ο άλλος - Μια ταινία που «δεν είχε λόγο να γίνει»…

Ο άλλος - Μια ταινία που «δεν είχε λόγο να γίνει»…

 
Ο οχτάχρονος Γιώργος Γερακιανάκης είναι ο µοναδικός Έλληνας µαθητής στο σχολείο του. Στο µονοθέσιο σχολείο του χωριού Πατσίδερος στο Ηράκλειο, όλοι οι συµµαθητές του Γιώργου είναι Αλβανοί, παιδιά µεταναστών που ήρθαν στην Ελλάδα για µια καλύτερη τύχη και κατέληξαν στο χωριό.
Σ’ αυτούς οφείλεται το γεγονός ότι το σχολείο παραµένει ανοιχτό, χωρίς αυτούς θα είχε κλείσει. Στο σχολείο όλοι διδάσκονται ισότιµα και αυτό διασφαλίζεται από την αφοσίωση του δασκάλου Γιάννη Φραγκιαδάκη. Το έργο του δασκάλου δεν µένει µόνο στο σχολείο, µιας και έχει άµεσο αντίκτυπο στην οµαλή συνύπαρξη και διαβίωση των Αλβανών µεταναστών στο χωριό. Άλλωστε οι µετανάστες είναι πια που φροντίζουν τη γη του χωριού και ελπίζουν κάποια µέρα τα παιδιά τους να ριζώσουν εκεί µε µια καλύτερη ζωή.
Η Λουκία Ρικάκη, µε αφορµή ένα δηµοσίευµα µιας εφηµερίδας, ταξίδεψε στο χωριό και κατέγραψε για δυο χρόνια µια πραγµατικότητα και ένα µοναδικό παράδειγµα συνύπαρξης. Οι σχέσεις, οι συγκρούσεις, η συγκίνηση, οι µαρτυρίες των βασικών χαρακτήρων της ταινίας δηλαδή των παιδιών-µαθητών του σχολείου, του δασκάλου, του παπά, των γονιών των παιδιών αλλά και των υπολοίπων χωριανών που παίρνουν µέρος στην ταινία, συνθέτουν µια συγκινητική εικόνα όπου η ειρηνική και δηµιουργική συνύπαρξη είναι όχι µόνο εφικτή, αλλά και εύφορη.
 
Μια πειστική διέξοδος σε ένα καίριο κοινωνικό ζήτηµα που ειδικά τα τελευταία χρόνια έχει γίνει και ελληνικό. Mια ταινία που «δεν υπήρχε λόγος να γίνει»…
 
Σε µια χρονική συγκυρία που όλοι ασχολούνται µε τη µετανάστευση και το ρατσισµό στην Ευρώπη, η ταινία σας είναι πιο επίκαιρη παρά ποτέ. Κατά το σχεδιασµό της περνούσε από το µυαλό σας µια τέτοια εξέλιξη;
∆υστυχώς ναι, περνούσε από το µυαλό µου και γι’ αυτό θέλησα να επισηµάνω ένα θετικό παράδειγµα συνύπαρξης µε άξονα την εκπαίδευση. Η παιδεία αποτελεί βασικό εργαλείο και προτεραιότητα για τους νέους ανθρώπους. Όταν όµως η υποδοχή στο σχολείο είναι αρνητική για τον ξένο, εκεί ξεκινούν πολλά από τα προβλήµατα, γιατί βλέπει ότι δεν µπορεί να ανήκει στον πρώτο κοινωνικό του χώρο.
Κάτι τέτοιο είχα εισπράξει και εγώ σαν εµπειρία από µια πολύ κακή υποδοχή σε σχολείο της Γερµανίας που πήγα, καθώς δεν ήξερα τη γλώσσα και η περιθωριοποίησή µου ενίσχυσε τον θυµό και το φόβο µου απέναντι σε αυτήν την κοινωνία που µε περιθωριοποιούσε µε τη βία του αποκλεισµού.
Πόσο εύκολο ήταν να ανοιχτούν οι άνθρωποι του χωριού σε έναν άγνωστο σε αυτούς άνθρωπο που θέλει να µιλήσει για την κατάστασή τους και πόσο τελικά συνέβαλλαν στη δηµιουργία της ταινίας;
Στην αρχή ήταν βέβαια πιο κλειστοί, αλλά ο δάσκαλος και η εµπιστοσύνη που κερδίθηκε µεταξύ µας, συνέβαλε καταλυτικά στο να ανοίξουν τα σπίτια τους οι άνθρωποι και να µε υποδεχτούν εντέλει πολύ θετικά και πολύ ανοιχτά. Είχα όµως οδηγό
µου και βασικό οικοδεσπότη το δάσκαλο και τον παπά, οι οποίοι είναι και οι δύο βασικοί συντελεστές αυτού του θετικού παραδείγµατος συνύπαρξης στο χωριό Πατσίδερος.
Ως άνθρωπος περισσότερο και λιγότερο σαν σκηνοθέτης υπήρξε κάτι που σας έµεινε περισσότερο µετά το τέλος της ταινία από την επαφή σας µε τους ανθρώπους που εµφανίζονται στο ντοκιµαντέρ;
Επιθυµούσα να µην τελειώσει ποτέ το γύρισµα, γιατί κάθε επίσκεψή µου στο χωριό ήταν για µένα µια αποκάλυψη για τη σχέση µου µε το χρόνο, µε τη φύση και γενικά τα πράγµατα που µας περιβάλλουν. ∆υστυχώς η ταινία τελείωσε και ξαναβυθίστηκα στην πόλη.
Συνεχίζετε µε αµείωτους ρυθµούς να δηµιουργείτε ταινίες, είτε µυθοπλασίας είτε ντοκιµαντέρ, έχετε σχεδόν µια ταινία κάθε χρόνο. Ποια η συµβουλή σας προς τους νεότερους σκηνοθέτες που δυσκολεύονται να γυρίσουν τις ταινίες τους;
Το να κάνεις ταινίες είναι για µένα υπόθεση αναπνοής. Καθίσταται επείγον και για αυτό προσπαθώ να ανταποκρίνοµαι µε
κάθε τρόπο σε αυτή την ανάγκη. Έκανα την πρώτη µου µεγάλου µήκους στα 29 και είχα την «τύχη» να απορριφθεί από
το τότε ΕΚΚ και δεν πέρασε καν προκριµατική στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Πουλήθηκε όµως σε 18 χώρες στο εξωτερικό! ∆εν υπήρξα ποτέ από τα «δικά µας παιδιά» σε οποιοδήποτε καθεστώς και πιστεύω ότι τελικά αυτό ήταν καλό γιατί δεν απέκτησα ποτέ υπαλληλική σχέση µε το κράτος. Πιστεύω ότι το κράτος έχει απόλυτη ευθύνη να ενισχύει γενναιόδωρα τις τέχνες και κυρίως τον κινηµατογράφο που είναι ακριβή υπόθεση, αλλά το κράτος δεν το κάνει ή το κάνει ελάχιστα και αυτό είναι απόλυτα εγκληµατικό για τις υποθέσεις πολιτισµού της χώρας. ∆εν ξέρω πότε και εάν το κράτος θα αποφασίσει να λειτουργήσει διορθωτικά σε αυτό. Αλλά εµείς ως δηµιουργοί οφείλουµε να κάνουµε τη δουλειά µας και να διεκδικούµε να την κάνουµε µε κάθε τρόπο και οποιοδήποτε κόστος και να µη διεκδικούµε απλά µια καλή σχέση σχεδόν υπαλληλική µε την κρατική επιχορήγηση, γιατί µε αυτή τη στάση δεν εξυπηρετούµε ούτε την ιδεολογική υπόσταση, ούτε το περιεχόµενο της δουλειάς µας.
Η δουλειά της εξουσίας είναι να µην συµβαδίζει µε την αίρεση και η τέχνη εάν δεν έχει αιρετικά στοιχεία τότε τι κάνει; Απλά αναπαράγει την άρχουσα αισθητική ιδεολογία και συµβαδίζει µε τους περίφηµους και εξ’ ίσου εγκληµατικούς όρους της αγοράς; Ένας Σοβιετικός σκηνοθέτης µου είπε κάποτε ότι η λογοκρισία του δολαρίου είναι πολύ πιο οδυνηρή από την οποιαδήποτε πολιτική λογοκρισία… Είχα πάλι την τύχη και σε αυτή την ταινία, Ο Άλλος, να απορριφθεί παµψηφεί από το ΕΚΚ επί Χρονόπουλου καθώς έκριναν ότι δεν υπάρχει λόγος να γίνει –το έγραψαν και στο σκεπτικό της επιτροπής!– τους ευχαριστώ γιατί ο θυµός είναι και αυτός κινητήρια δύναµη για δηµιουργία. Η ταινία έγινε, έχει προβληθεί ήδη σε 20 χώρες, σε διεθνή φεστιβάλ, έχει ήδη βραβευθεί, έχει αγοραστεί, παίζεται σε επιστηµονικά συνέδρια και έχει προβληθεί ήδη σε 10 πόλεις και έχει προγραµµατιστεί η προβολή της σε ακόµη 10 σε όλη την Ελλάδα. ∆εν ξέρω εάν δικαιούµαι να δίνω συµβουλές πάντως µια θέση την υποστηρίζω δυναµικά. ∆εν υπάρχει λόγος για έναν νέο να στήνεται στην ουρά του ΕΚΚ για επιχορήγηση, η τεχνολογία του δίνει τη δυνατότητα να φτιάξει την ταινία του µε λίγα, οικονοµικά και ας κάνει µια άλλη δουλειά για βιοπορισµό. Σε µια χώρα όπως η Ελλάδα, λόγω του µεγέθους και της γλώσσας, δεν µπορούµε να βιοποριζόµαστε από το σινεµά δυστυχώς. Μου φαίνεται αδιανόητο να έχω τώρα µια ιδέα και να περιµένω 5 χρόνια για να την υλοποιήσω. Σε πέντε χρόνια έχουν έρθει τα πάνω κάτω· πώς είναι δυνατόν να ισχύσει η ιδέα µε τη φόρα που έχω τώρα, αφού και εγώ θα είµαι άλλος άνθρωπος; Πρέπει να αποφασίσουµε να διεκδικούµε σαν κινηµατογραφιστές τον κινηµατογράφο ως τρόπο έκφρασης ή ως τρόπο βιοπορισµού. Εγώ κάνω χιλιάδες άλλες δουλειές για να βιοπορίζοµαι, ώστε να µπορώ να αποφεύγω τις πελατειακές σχέσεις µε το κράτος και να κάνω ταινίες όποτε αυτό καθίσταται επείγον για εµένα και για τις θεµατικές µε τις οποίες καταπιάνοµαι.

Συνέντευξη: Bαγγέλης Pητάς


Kωστής Zευγαδέλης µουσικός
[…] Πράγµατι, µε τη Λουκία έχουµε πλέον «συστηθεί» και «γνωριστεί» και ως εκ τούτου µπορούµε να έχουµε έναν κώδικα επικοινωνίας και δηµιουργικής συνεννόησης, αυτό όµως που έχει κατακτηθεί αυτά τα χρόνια και το θεωρώ πολύ σηµαντικό, είναι η αµοιβαία εµπιστοσύνη του ενός για τη δουλειά του άλλου.
[…] Το θέµα της ταινίας µε οδήγησε ουσιαστικά σε µία σκέψη, ότι όλοι είµαστε «ξένοι» µε τον ένα ή µε τον άλλο τρόπο, που περιπλανιόµαστε µέχρι να ριζώσουµε κάπου. Σ’ αυτή την περιπλάνηση κουβαλάµε αγωνίες, αισιοδοξία αλλά και λαχτάρα για ένα καλύτερο αύριο. Όπως καταλαβαίνετε σ’ αυτή την περιπλάνηση και µιλώ για την υπαρξιακή µετανάστευση του καθενός µας, είµαστε συνήθως µόνοι µας. Αυτές ήταν κυρίως οι σκέψεις, προκειµένου να συνθέσω το βασικό θέµα της ταινίας. Απ’ την άλλη, η τρυφερή και ποιητική µατιά της Λουκίας, που βλέπει και υπηρετεί µε τον καλύτερο τρόπο την αισιόδοξη πλευρά του θέµατος δηλαδή την αναζήτηση, την αλλαγή και την ελπίδα για κάτι καλύτερο, ήταν το σηµείο δηµιουργικής µας συνεύρεσης και ταύτισης. Όλες αυτές τις εικόνες αλλά και πολλές άλλες, τις απέδωσε ποιητικά µε τον καλύτερο τρόπο και η στιχουργός Γιώτα Βασιλακοπούλου, δηµιουργώντας έτσι το τραγούδι τίτλων της ταινίας.
[…] Το πιο ενδιαφέρον στη δουλειά µου για την ταινία είναι ότι είχα να κάνω µε δύο ισχυρές µουσικές πατρίδες, τη µουσική Βόρειο Ήπειρο, που κουβαλάνε «οι ξένοι» και την Κρήτη στην οποία θέλουν να ενσωµατωθούν. Αυτή η σύγκρουση των δύο κόσµων είχε για µένα µεγάλο µουσικό ενδιαφέρον και ήταν και η πηγή έµπνευσης για το δεύτερο µουσικό θέµα της ταινίας το οποίο ονοµάζω «Ανθρώπων Τόποι».

Συνέντευξη:Aναστασία Γρηγοριάδου