Όνειρα σε άλλη γλώσσα

                                                                              Το σχολείο είναι η χώρα των παιδιών

                                                              H Ελληνίδα σκηνοθέτις εξηγεί πώς είναι να ονειρεύεσαι σε μια άλλη γλώσσα

Εργαστήκαμε με ένστικτο, αγάπη, άπειρες ώρες παρατήρησης και συνομιλίας με τα παιδιά, ανακάλυψης της πραγματικότητας του άλλου. Κουβέντες της ψυχής, απ’ εκείνες που ξεκινούν σαν ψίθυρος και σιγά-σιγά βρίσκουν το ηχόχρωμά τους.

«Αν θέλουν να με αγαπάνε, να με αγαπάνε όπως είμαι. Όχι όπως θα θέλανε να είμαι. Κι εγώ δεν θα αλλάξω για κανέναν». Τα λόγια αυτά ανήκουν στον 13χρονο Ανδρέα από τη Ρωσία. Είναι ένας από τους 300 μαθητές ενός πολύ ξεχωριστού σχολείου. Το Σχολείο της Φανερωμένης στεγάζεται στο κέντρο της Παλιάς Λευκωσίας, στο εντυπωσιακό κτήριο που κάποτε στέγαζε το Παρθεναγωγείο Φανερωμένης, όπου κάποτε φοιτούσαν πολλές γενιές Κυπρίων κορασίδων.

Παιδιά μεταναστών, ανθρώπων που οι συγκυρίες απομάκρυναν από τη χώρα τους, αποτελούν σήμερα τη συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών της Φανερωμένης. Η Ζώνη Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας Φανερωμένης, το φιλόδοξο αυτό πρόγραμμα του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού φιλοξενεί 300 μαθητές στο Νηπιαγωγείο, το Γυμνάσιο και το Λύκειο Φανερωμένης.

Η γνωστή Ελληνίδα σκηνοθέτιδα Λουκία Ρικάκη, μετά από προετοιμασία σχεδόν ενάμιση χρόνου, παρουσίασε πριν λίγες μέρες στην Αθήνα το ντοκιμαντέρ «Όνειρα σε άλλη γλώσσα» που καταγράφει τα όνειρα, τις προσδοκίες και τις αγάπες των παιδιών που ένας άνεμος τους έφερε μαζί στο ξεχωριστό αυτό σχολείο.

Η ταινία παρουσιάστηκε από τις 15 έως τις 21 Απριλίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος στην εβδομάδα Fog Doc που διοργάνωσαν οι Ντοκιμαντερίστες στην Ομίχλη, που απείχαν από το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης του περασμένου Μαρτίου (Η εβδομάδα ήταν αφιερωμένη στον πρόσφατα χαμένο ποιητή, θεωρητικό και κριτικό κινηματογράφου Ανδρέα Παγουλάτο).

Η ταινία «Όνειρα σε άλλη γλώσσα» κάνει πρεμιέρα και στην Κύπρο. Την Τετάρτη 28 Απριλίου στις 7.45μ.μ. προβάλλεται στον κινηματογράφο Πάνθεον, στη Λευκωσία.

Έχει διάρκεια 68 λεπτά και με τη σκηνοθέτιδα συνεργάστηκαν οι Γιάννης Νταρίδης (μοντάζ), Κώστας Μπώκος (μιξάζ) και Κωστής Ζευγαδέλλης (μουσική).

Ποιος άνεμος τους έφερε εδώ;


Η Λουκία Ρικάκη τα τελευταία χρόνια εστιάζει με τις ταινίες της στη συγκεκριμένη θεματολογία, δηλαδή την εκπαίδευση των παιδιών των μεταναστών και την καθημερινότητα σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία. Όλα ξεκίνησαν όταν η Λουκία Ρικάκη βρέθηκε στην Κύπρο προκειμένου να παρουσιάσει σε διημερίδα εκπαιδευτικών το ντοκιμαντέρ της «Ο Άλλος» (2004), με θέμα το μοναδικό σχολείο στην Ελλάδα στο οποίο φοιτά μόνο ένας Έλληνας μαθητής και οι υπόλοιποι συμμαθητές του είναι Αλβανοί.
Στη Λευκωσία, είχε την ευκαιρία να συναντηθεί με τους εκπαιδευτικούς του σχολείου της Φανερωμένης, οι οποίοι είχαν αναλάβει και την υλοποίηση της ημερίδας. Την εντυπωσίασε η δουλειά τους, η προσέγγισή τους στην εκπαίδευση, αλλά και στην καθημερινή ζωή και ζήτησε να επισκεφτεί το εντυπωσιακό κτίριο του σχολείου. «Ήταν βράδυ την πρώτη φορά που σταθήκαμε στα σκαλιά και άρχισαν να μου εξηγούν τι γίνεται πίσω από τις μεγάλες του πόρτες», θυμάται. «Το σενάριο είχε ήδη αρχίσει να γεννιέται στο μυαλό μου. Ποιος άνεμος μας έφερε εδώ; Ήταν το ερώτημα, το οποίο άρχισε να πλανάται στις κουβέντες μας εμένα, εκείνων και όλων των παιδιών από όλες στις γωνιές του κόσμου». Όπως η ίδια σημειώνει, «το σχολείο είναι η χώρα των παιδιών... Μια νέα πατρίδα όπου εκτός του ότι μιλούν διάφορες γλώσσες, μαθαίνουν να εκφράζονται ακόμη και να ονειρεύονται σε μια άλλη γλώσσα».

Στην περίπτωση της Φανερωμένης διαπίστωσε την προσπάθεια του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου να κάνει ένα άνοιγμα στην κοινωνία. Καθημερινά τα παιδιά συμμετέχουν, ως αργά το απόγευμα σε δημιουργικές δραστηριότητες μέσα και έξω από το σχολείο. «Η καθημερινή άσκηση του μυαλού και της καρδιάς εδώ απαντά στα διλήμματα και τη θέση της παίρνει η δράση».

Εντυπωσιάστηκε από το κτήριο, αλλά και από το γεγονός ότι λίγα μέτρα από το σχολείο βρίσκεται η Πράσινη γραμμή που χωρίζει τη Λευκωσία στα δύο. « ’Δεν ξεχνώ’ λένε ακόμη τα μαθητικά τετράδια, αλλά για τους σημερινούς μαθητές της Φανερωμένης αυτό σημαίνει και άλλα πράγματα», σημειώνει. «Αυτοί πασχίζουν τώρα να ζήσουν σε μια νέα χώρα την Κύπρο και πολλοί απ’ αυτούς δεν ξεχνούν τις δικές τους χώρες. Ποιος άνεμος τους έφερε εδώ; Τύχη καλή, την υποδοχή τους ανέλαβαν δάσκαλοι με καρδιά μικρού παιδιού. Σκηνικά πολέμων, διωγμοί , φτώχεια τους έφεραν εδώ σε αυτή τη γωνιά του κόσμου, σε αυτό το νησί. Ο πόλεμος δεν καταστρέφει μόνο τη γη, αλλά κάνει τις καρδιές πέτρινες, τα μάτια τυφλά. Μετανάστης είναι ο άνθρωπος χωρίς σπίτι, το σπίτι δεν είναι ένα μέρος μα ένα πρόσωπο που σε αναγνωρίζει. Η μετανάστευση ενσωματώνει την αιχμή της προσωπικής του ελπίδας ως προς το απρόσωπο μέλλον».

Μέσα από την ασχήμια ξεχωρίζει η ομορφιά και ότι πρέπει να υπάρχει και το μαύρο φόντο «δηλαδή όλων των ειδών οι δυσκολίες, για να τονίζονται, να επαναπροσδιορίζονται και να επιβεβαιώνονται οι στόχοι που δεν είναι άλλοι από αυτά τα λαμπερά παιδιά» γράφει ακόμη, ενώ επισημαίνει ότι η τρέλα και η περιπέτεια κρατά αυτούς τους εξαίρετους δασκάλους ακούραστους στο ταξίδι προς τα φωτεινά αστέρια. «Και είναι ακριβώς ένας ακόμη λόγος για να ζεις και όχι απλά για να υπάρχεις...» Πολλοί μιλούν για γκέτο στην περιοχή, ένας όρος που παραπέμπει σε αρνητικές συμπεριφορές και καταστάσεις. «Ναι, εγκαταστάθηκαν πολλοί ξένοι εκεί λόγω των χαμηλών ενοικίων χωρίς όμως το γεγονός αυτό να νομιμοποιεί τον χαρακτηρισμό της περιοχής ως γκέτο. Και οι μετανάστες ίσως ορισμένες φορές να ζουν σε ένα δικό τους κόσμο, γιατί ίσως εκείνοι που τους υποδέχονται στη χώρα τους δεν επιλέγουν ή δεν τους επιτρέπουν να χτίσουν ένα κοινό κόσμο μαζί.

Πολλοί μιλούν για στέρηση της ελευθερίας, αφού οι μαθητές παραμένουν στο χώρο του σχολείου πολλές ώρες. «Σίγουρα τα παιδιά της Φανερωμένης δεν έχουν καμιά καχυποψία και καμιά άρνηση στη ‘στέρηση ελευθερίας’ όπως την εννοούμε εμείς και αυτό το αποδεικνύουν καθημερινά μέχρι αργά το βράδυ, που συμμετέχουν σε όλες τις δραστηριότητες του σχολείου». Η Λουκία Ρικάκη απαντά ακόμη και στο ενδεχόμενο ύπαρξης κάποιων μονάδων με παραβατική συμπεριφορά, τονίζοντας ότι οι μονάδες αυτές υπάρχουν σε όλα τα σχολεία και σε όλες τις περιοχές. «Οι μαθητές σε αυτό το σχολείο δε διαφέρουν από τους μαθητές άλλων σχολείων. Κάνουν κι αυτοί όνειρα για το μέλλον, έχουν φιλοδοξίες, τελειώνουν το λύκειο, αλλά και το πανεπιστήμιο».

Το δικό της μάθημα

Στην ταινία την πραγματικότητα του σχολείου και της ζωής στην Κύπρο την περιγράφουν με λόγια δικά τους, παιδιά μιας σπάνιας ωριμότητας. «Συνεργάστηκα πολύ στενά με κάποιους δασκάλους που υπήρξαν οι βασικοί μου συνομιλητές για να αντιληφθώ την πραγματικότητα που εκείνοι ζουν κάθε μέρα και εγώ έζησα μόνο λίγους μήνες», αφηγείται. «Κάθε πρωί ξυπνούσα στις 6 και δεν επέστρεφα πριν τα μεσάνυχτα. Έζησα όλο τον παλμό της δραστηριότητας του σχολείου και των παιδιών στο κέντρο της πόλης της Λευκωσίας. Εργαστήκαμε κυρίως με ένστικτο, πολλή αγάπη, άπειρες ώρες παρατήρησης και συνομιλίας με τα παιδιά κάθε ηλικίας και ανακάλυψης της πραγματικότητας του άλλου. Κουβέντες της ψυχής καθόλου ρεπορταζιακές απ’ εκείνες που ξεκινούν σαν ψίθυρος και σιγάσιγά βρίσκουν το ηχόχρωμά τους».

Απόλυτη αλληλεπίδραση και επικοινωνία με ορισμένους μοναδική. «Βρήκαμε έναν τόπο με μια στενή σκάλα κι εκεί βολέψαμε την κουβέντα μας με έναν από τους μαθητές από τη Γεωργία, τον Νταβίντ, ήταν εκεί και η Φρόσω. Και τι δεν είπαμε για τα όνειρα, για την τέχνη κι εκεί που μιλούσε για την αγάπη του για τη φύση, τον αέρα ανάμεσα στα δέντρα και το άνοιγμα του ορίζοντα... εκεί τον ρώτησα. ‘Πότε φτερουγίζει η ψυχή μας;’ ‘Η δική μου φτερούγισε... ναι μια φορά’ είπε ‘αλλά ήταν σαν να φτερούγισε και κάποιος να την πυροβόλησε’. Τι αναπάντεχα όμορφος συνομιλητής ο Νταβίντ! Έτσι τον είχα διαισθανθεί όταν τον είχα πρωτοσυναντήσει στο μάθημα των Ελληνικών και το μυαλό του ταξίδευε έξω από το ανοικτό παράθυρο και κοίταζε τα φύλλα του μεγάλου δέντρου να χορεύουν... Κάποιος πυροβόλησε το φτερούγισμα της ψυχής του, μα κι αν του τσάκισε το πρώτο πέταγμα η ψυχή του, πετάει τώρα με τη δική της υπέροχη ομορφιά».

Ο λόγος των παιδιών κυριολεκτεί όπως τίποτα άλλο, γι’ αυτό και η σκηνοθέτιδα επέμεινε να δώσει σ’ εκείνους κυρίως τον λόγο. Τα λόγια του 13χρονου Αντρέα από τη Ρωσία κατοικούν ακόμη μαζί της. Διαπίστωσε ότι σιγά - σιγά, όταν κέρδισε την εμπιστοσύνη τους, ανοίχτηκαν πιο πολύ. «Νομίζω ότι το είδαν σαν παιχνίδι και σύντομα ξέχασαν την κάμερα. Αυτό το επεδίωξα». Η ίδια πιστεύει ότι τώρα που θα δουν την ταινία ολοκληρωμένη και τα λόγια τους αποκρυσταλλωμένα σε ένα ντοκουμέντο που θα μείνει για πάντα, η όλη εργασία θα πάρει άλλη υπόσταση.

«Αυτό που νομίζω ότι μπορώ να καταθέσω είναι ότι κάθε φορά που επέστρεφα έβλεπα χαμόγελα και όμορφη διάθεση και προσδοκία για επόμενη συνάντηση και όταν ζήτησα από κάποιους από τους βασικούς μου χαρακτήρες να πάρουν μέρος στο μικρό ταινιάκι που κάναμε για το Φεστιβάλ Ρίτσου πάνω στο ποίημα ‘Όταν έρχεται ο ξένος’ όλοι πήραν μέρος πολύ πρόθυμα και δημιουργικά. Είχαμε κατακτήσει μια επικοινωνία και μια σχέση δημιουργική και αυτό είναι δώρο πολύτιμο. Εγώ τους χρωστάω την εμπιστοσύνη και την καθαρότητα που μου έδειξαν. Αυτό ήταν το δικό μου μάθημα. Μένει σε εκείνα να μας μιλήσουν για τη δική τους εμπειρία».

Πηγή: http://cyprusindymedia.blogspot.gr/