«Αδιέξοδοι έρωτες»


Αδιέξοδοι έρωτες

 

Ο έρωτας ήταν για πάντα μια έμμονη ιδέα για την τέχνη σε όλες της μορφές της. Και όσο υπάρχουν άνθρωποι αυτό δεν πρόκειται να σταματήσει. Βιώματα, παραστάσεις, εικόνες:«που σημαδεύουν και χαράσσονται στη μνήμη, όνειρα απραγματοποίητα, όλα ζυμωμένα και ιδωμένα μέσα από την προσωπική ματιά του κάθε καλλιτέχνη μετουσιώνονται σε εικόνα, ήχο ή λόγο. Δεv αποκλείεται βέβαια και το περίτεχνο, το επιτηδευμένο. Αυτό που δεν προκύπτει από μία αυθόρμητη εσωτερική διαδικασία αλλά, κατά ένα μέ­ρος, φτιάχνεται για ν' αγγίζει κάποιους άλλους.

Κάπου ανάμεσα στέκεται και διεκδικεί τη θέση της η ταινία της Λουκίας Ρικάκη Κουαρτέτο σε 4 κινήσεις". Ξεκινώντας από μία απλή και καθόλου πρωτότυπη ιδέα, δημιουργεί ένα παραμύ­θι που παλεύει να ισορροπή­σει ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, την πραγματι­κότητα και το όνειρο. Στο ί­διο τεντωμένο σκοινί, δηλα­δή, που πάνω του περπατού­σε πάντα ο κινηματογράφος χωρίς ποτέ ν' αποφασίζει τι θα διαλέξει. Ίσως να είναι καλύτερα έτσι...

0 μύθος του "Κουαρτέτου" ( το σενάριο είναι γραμμένο σε συνεργασία της σκηνοθέτιδας με τον Νίκο Νοταρά και τον Νίκο Παπανδρέου) πιάνεται από ένα ζευγάρι σα­ραντάρηδων. Ένα "σύγχρο­νο ζευγάρι" όπως αποφαίνεται ο σύζυγος προσπαθώντας να εξηγήσει τ ανεξήγητα στο 14χρονο γιό του.

Εκείνος είναι αρχιτέκτο­νας, αφοσιωμένος στη δου­λειά του και με μία επιφα­νειακή, ουδέτερη και μικροα­στική αντίληψη απέναντι στο μέλλον. Εκείνη, μετα­φράστρια, αρχίζει σταδιακά να συνειδητοποιεί ότι δεν της πάει η μονότονη ζωή και η βασανιστική ρουτίνα ενός άχρωμου γάμου. Κοινά τους χαρακτηριστικά τα "ένδοξα" φοιτητικά χρόνια και η χαμένη επαναστατικόκητα.

Τη διέξοδο και οι δύο ψάχνουν να την βρούν μέσα από τον έρωτα αλλά από διαφορετικές κατευθύνσεις. Στη ζωή της Αλεξάνδρας μπαίνει ένας φημισμένος μουσικός. Χωρισμένος ζει μαζί με τον 7χρονο γιό του και διοχετεύει όλη του την ευαισθησία και τη μοναξιά του στη μουσική. Όσο για τον Αντώνη, αυτός "ξυπνάει" μέσα από την προκλητική ει­κοσάχρονη φωτογράφο που, λατρεύοντας το ρίσκο, σκο­πεύει να τον φτάσει στα άκρα.

Η Ρικάκη δε διαλέγει να κινηθεί σε πολλά επίπεδα ως προς τη θεματολογία. Την α­φορά μόνο η ερωτική αναζή­τηση και το οριακό σημείο το οποίο μπορεί να φτάσει ένας γάμος όταν οι δύο σύζυ­γοι δεν τον "προσπαθήσουν". Δεν αντιστέκεται στον πειρα­σμό και βλέπει το θέμα από την καθαρά γυναικεία πλευρά.

Όσο κι αν το "Κουαρτέτο" φαινομενικά έχει τέσσερις ι­σότιμους πρωταγωνιστές, προδίδεται μέσα από την εξέ­λιξη η προτίμηση στην Αλε­ξάνδρα που κυριαρχεί είτε σε πρώτο είτε σε δεύτερο πλάνο.

Η θέμις Μπαζάκα επιβε­βαιώνει κι εδώ την απόφασή της να στραφεί σε πιό "γυναι­κείους" ρόλους. Για όσους την γνώρισαν κάτω από τη σκηνοθετική, θεατρική και κινηματογραφική, καθοδή­γηση του Παντελή Βούλγα­ρη, η εικόνα της πρώτα με τις τηλεοπτικές "Γυναίκες" και τώρα με το "Κουαρτέτο" είναι πολύ διαφορετική. Κι ενώ πείθει ότι θέλει πραγματικά αυτή την αλλαγή και δεν κά­νει τίποτα "δήθεν", δεν φαίνεται ουσιαστικά να τα κατα­φέρνει, όσο τουλάχιστον μας είχε συνηθίσει παλιότερα. .

Αν όμως η Αλεξάνδρα είναι η αγαπημένη του σεναρίου α­φού κάθε κίνησή της μοιάζει απόλυτα δικαιολογημένη, ο πιό τέλεια κατασκευασμένος ρόλος είναι αυτός του Στέφα­νου. Ο μουσικός που ζει στο εξωτερικό αλλά είναι έντονα δεμένος με την Ελλάδα φα­ντάζει αψεγάδιαστος, εσωτερικά κι εξωτερικά, τόσο που δικαιολογημένα χαρακτηρί­στηκε ως μία "ρομαντική φα­ντασίωση" της Αλεξάνδρας. Πάντως η επιλογή του Γιώρ­γου Χωραφά είναι μάλλον η πιό επιτυχημένη της ταινίας.

Εξίσου εύστοχη μπορεί να θεωρηθεί και η επιλογή του Κωνσταντόπουλου για το ρό­λο του Αντώνη. Αν και η πρώτη του συμμετοχή στον κινηματογράφο φαίνεται α­πόλυτα εναρμονισμένος με το όλο κλίμα και οπωσδήποτε περιμένουμε με ενδιαφέρον την επόμενη εμφάνισή του.

Ίσως ο πιό ενδιαφέρων χα­ρακτήρας να ήταν αυτός της εικοσάχρονης Κλαίρης αν "ψαχνόταν" από το σενάριο λίγο περισσότερο. Έτσι κι αλλιώς "αδικη­μένη" από την πλοκή της ιστορίας, η Ουρανία Γκιώ­νη ανταποκρίνεται στις σχετικά λίγες απαιτήσεις του ρόλου της Δεν ήταν λίγες οι φορές που φαίνεται ότι η Ρικάκη έ­δινε περισσότερη σημασία στην ατμόσφαιρα του έργου παρά στα πρόσωπα και την ε­ξέλιξή του. Τελείως έξω από τα ελληνικά δεδομένα η εκ­πληκτική φωτογραφία (υπεύ­θυνος ο Άγγελος Βισκαδουράκης) αγκάλιαζε ερωτικά το ελληνικό τοπίο κλέβοντας αρ­κετές φορές την παράσταση.

Μεγάλο όνομα της ταινίας και αναμφισβήτητα ιδανικός πρεσβευτής της στο εξωτερι­κό ο Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ. Δημιουργώντας για μία ακό­μα φορά τη γνωστή μαγική ατμόσφαιρα, άντλησε κι αυ­τός στοιχεία από την ελληνι­κή ομορφιά και πρόσθεσε στην ποίηση του Κωστή Παλαμά μία ξεχωριστή λυρική πινελιά. Στα ελληνικά τρα­γούδια ο Μανώλης Λιδάκης ή­ταν εξαιρετική επιλογή που υ­πηρέτησε την εμφανή διάθε­ση της Ρικάκη να παντρέψει τη δυτικοευρωπαϊκή μουσική του Πράισνερ με τον ελληνι­κό πολιτισμό όπως αυτός εκ­φράστηκε στα υπόλοιπα χα­ρακτηριστικά της ταινίας.

Δεν μπορεί να το πει κα­νείς με σιγουριά αλλά η Λουκία Ρικάκη έδωσε σε κάποιες στιγμές την εντύπωση μιάς ελαφρά επιτηδευμένης εικό­νας και μιάς χρήσης του το­πίου και της μουσικής που έγινε για να σταθούν αυθύ­παρκτα κι όχι να υπηρετήσουν συγκεκριμένες ανάγκες της ταινίας. Αυτό σε συνδυα­σμό με τον έντονο συμβολι­σμό μερικών σκηνών παρέπεμψε αρκετά συχνά στον Κριστόφ Κισλόφσκι και ειδι­κά στην πρόσφατη σχετικό "Μπλε ταινία", χωρίς φυσικά κάτι τέτοιο να σημαίνει ότι γίνεται οποιαδήποτε σύγκρι­ση.

Καταληκτικά, το "Κουαρ­τέτο σε 4 κινήσεις" είναι α­ναμφισβήτητα μία από τις πιό ενδιαφέρουσες ελληνικές ταινίες των τελευταίων χρό­νων κινούμενη σε ένα εντε­λώς διαφορετικό κλίμα με ι­σχυρό ευρωπαϊκό προσανα­τολισμό. Η επιτυχία της ται­νίας αποτέλεσμα και της με­γάλης προβολής της αλλά και της ιδιαίτερα ευνοϊκής μετα­χείρισής της από το γραφείο διανομής, δεν είναι βέβαια α­δικαιολόγητη αρκεί ο κόσμος να είναι προετοιμασμένος για κάτι "άλλο". Το σίγουρο είναι πως η Λουκία Ρικάκη μας κέντρισε το ενδιαφέρον για το επόμενο βήμα της.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΣΙΛΙΡΑΣ