«Έχουμε όλοι μνήμες μετανάστη»



Έχουμε όλοι μνήμες μετανάστη

Σύμφωνα με στατιστικές, το 2010 ο ένας στους πέντε κατοίκους της χώρας μας θα είναι αλλοδαπός μετανάστης. Στο ντοκιμαντέρ της Λουκίας Ρικάκη «Ο άλλος» σε χωριό της Κρήτης, όλοι οι μαθητές είναι Αλβανοί και μόνο ένας είναι Έλληνας!

Η Λουκία Ρικάκη μιλάει για το ντοκιμαντέρ της "Ο Άλλος".

ΟΛΟΙ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΕΝΟΣ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΣΕ ΟΡΕΙ­ΝΟ ΧΩΡΙΟ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛ­ΒΑΝΟΙ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ! ΚΑΙ ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ «Ο ΑΛΛΟΣ» ΤΗΣ ΛΟΥΚΙΑΣ ΡΙΚΑΚΗ ΤΟ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΙ. 

Πριν απο εναν χρόνο η Λουκία Ρικάκη διάβασε ένα άρθρο για τους αλλοδαπούς μαθητές στην Ελλάδα και στη συνέχεια τη  σχετική έρευνα του υπουργείου Παιδείας, όπου και ανακάλυψε ότι η έρευνα αυτή εντόπιζε ένα μοναδικό σχολείο στη χώρα, στο οποίο όλοι οι μαθητές είναι Αλβανοί εκτός από έναν που είναι Έλληνας: ο Γιώργος Γερακιανάκης! Ένας Έλληνας μαθητής που - κακά τα ψέματα - στους Αλβανούς συμμαθητές του χρωστάει το γεγονός ότι το σχολείο του (πρωτολειτούργησε στα τέλη του 1800) παραμένει ανοιχτό!
Μια και δυο, η Λουκία Ρικάκη έφτασε στο Μονοθέσιο Δημοτικό Σχολείο του Πατσίδερου - ένα αγροτικό, ορεινό χωριό στον
Νομό Ηρακλείου. Γνώρισε τον «ντόπιο» δάσκαλο Γιάννη Φραγκιαδάκη και ανακάλυψε την εξαιρετική δουλειά που κάνει ο ίδιος, συνεχίζοντας το έργο του πρώην δασκάλου του χωρίου, του παπα-Μανώλη.
«Ένα έργο καθημερινό, σύνθετο και ολοήμερο, καθώς ξεφεύγει κατά πολύ από την αίθουσα διδασκαλίας και αφορά στο να διευκολύνει και να εξασφαλίζει τη συνύπαρξη, την ομαλή διαβίωση των Αλβανών που έχουν φτάσει τα τελευταία χρόνια στο χωριό», τονίζει η σκηνοθέτις. 
Αποφάσισε, λοιπόν, να γυρίσει αυτή την ταινία γιατί πίστεψε ότι είναι σημαντικό σήμερα να καταγράψει και να παρουσιάσει
κανείς ένα θετικό δείγμα συνύπαρξης ανθρώπων από διαφορετικούς πολιτισμούς, που διασφαλίζεται με άξονα την εκπαίδευση.
«Ο άλλος», όμως, δεν είναι ένα «στεγνό» ντοκιμαντέρ. Υπάρχουν χαρακτήρες που τους ακολουθούμε στη διάρκεια της αφήγησης και θα διαμορφωθεί έτσι μια σχέση του θεατή μαζί τους - αντίστοιχη με εκείνη στις ταινίες μυθοπλασίας. Τα ζητήματα που εντοπίζονται στη διάρκεια της ταινίας βγαί­νουν μέσα από την αφήγηση της ιστορίας της ζωής και την αντιπαράθε­ση των χαρακτήρων, έτσι που παρακάμπτεται η ακαδημαϊ­κή αφήγηση με το επεξηγη­ματικό ή συμπερασματικό σπικάζ. 
Οι σχέσεις, οι συγκρούσεις , η συγκίνηση, οι μαρτυρίες των βασικών χαρακτήρων της ταινίας, (δηλαδή των παιδιών- μαθητών του σχολείου, του δάσκαλου, του παπά, των γο­νιών των παιδιών), αλλά και των υπόλοιπων χωριανών που παίρνουν μέρος στην ταινία, συνθέτουν μια συγκινητική εικόνα, όπου η ειρηνική και η δημιουργική συνύπαρξη εί­ναι όχι μόνο εφικτή, αλλά και εύφορη. «Κι αυτό γιατί υπάρχουν εμπνευσμένοι και γενναιόδωροι άνθρωποι, όπως ο δάσκαλος και ο παπάς, “ανοιχτά” μυαλά, όπως τα παι­διά, αλλά και διάθεση για μια καλύτερη ζωή που έχουν όλοι οι ξεριζωμένοι άνθρωποι», λέει η Λουκία Ρικάκη.
«Οι μετανάστες στην περιοχή μας, οι οποίοι φροντίζουν τη γη και ελπίζουν κά­ποια μέρα αν όχι εκείνοι, τουλάχιστον τα παιδιά τους, να ριζώσουν εδώ και να φτιά­ξουν μια ζωή καλύτερη από τη δική τους»,
σημειώνει ο δασκαλος Γιάννης Φραγκιαδακης και το καθημερινό παράδειγμά του, με την απλή αλλά συγκλονιστικά ουμανιστική και οικουμενική πρακτική του, εξασφαλί­ζει στα παιδιά του σχολείου και στους συγχωρια­νούς του, Έλληνες και Αλβανούς, μια πραγ­ματικά πειστική διέξοδο σε ένα καίριο κοι­νωνικό ζήτημα, που ειδικά τα τελευταία χρόνια έχει γίνει και ελληνικό. Εμπνευστής για την πραγμα­τοποίηση του ντοκιμαντέρ «Ο άλλος» ήταν ο πατέρας της σκηνοθέτιδος, ένας καθηγητής φιλόλογος, στη μνήμη του οποίου και είναι αφιερωμένο. Ένας άνθρωπος που στη διάρκεια της δικτατορίας χρειάστηκε να φύγει από τη χώρα και κατέληξε μετανάστης στη Γερμανία. 
«Η άγνοια της γλώσσας τον οδήγησε να κάνει μια σειρά από επαγγέλματα τα οποία δεν είχε ποτέ φανταστεί, να συναρμολογεί ανταλλακτικά αυτοκινήτων, να καθαρίζει σκάλες, να κάνει τον θυρωρό σε οικήματα μεταναστών, ακόμη και τον καντηλανάφτη στην ορθόδοξη εκκλησία. Για πολλά χρόνια αναγκάστηκε να κατοικεί σε πολύ δύσκο­λες και αντίξοες συνθήκες, ανάλογες με τα περιορισμένα οικονομικά του. Και καλό εί­ναι να μην ξεχνάμε κι εμείς, σήμερα, ότι από χώρα μεταναστών γίναμε χώρα υπο­δοχής μεταναστών», υπογραμμίζει η Λου­κία Ρικάκη.
«Όταν έφτασα στη Γερμανία, το 1973» θυμάται η Λουκία Ρικάκη, «δεν ήξερα μία λέξη γερμανικά και, παρά τις επίμονες προσπάθειες του πατέρα μου ο οποίος ειχε αρχίσει να τα μιλάει ικανοποιητικά - να με διδάξει, δεν τα κατάφερνα καθόλου καλά στο γερμανικό σχολείο της γειτονιάς μας, όπου ο όρος για τα παιδιά των μεταναστών ήταν σαφής και προσδιόριζε απόλυτα τη συνθήκη τους: "Gastschülerin”, που σημαίνει “ξένη μαθήτρια-επισκέπτης». Οι συχνές αποτυχίες τής μικρής Λουκίας στη γλώσσα «με καθιστούσαν περίγελο στην τάξη και με οδήγησαν τελικά στο ελληνικό σχολείο-γκέτο, μαζί με τα άλλα παιδιά Ελλήνων μεταναστών, ένα σχολείο που ικανοποιούσε περισσότερο την κοινωνική ανάγκη φύλαξης των παιδιών παρά την ανάγκη για μόρφωση, λέει η ίδια και θίγει ένα καυτό ζήτημα για τη σημερινή ελληνική κοινωνία. «Ο πατέρας μου δεν άντεξε τη ζωή του μετανάστη. Ίσως να μη συνάντησε έναν εμπνευσμένο πολίτη, σαν τον δάσκαλο του χωριού της Κρήτης, για να τον στηρίξει και να τον βοηθήσει στη νέα ζωή που επιχείρησε να ξεκινήσει στη Γερμανία Έστω και αργά, λοιπόν, θέλω να του αφιερώσω αυτή την ταινία και να την φτιάξω έτσι που να δίνει ένα φως και ένα αισιόδοξο μήνυμα σε όλους εκείνους που αναγκάζονται να ξεριζωθούν και ελπίζουν σε κάτι καλύτερο και σε αυτούς που τους “περιμένουν” και τους δέχονται», καταλήγει συγκινημένη η Λουκία Ρικάκη.

Παύλος Κάγιος