«Το Αιγαίο μέσα από τα μάτια των ποιητών»

TO ΑΙΓΑΙΟ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ
Μια ταινία της Λουκίας Ρικάκη

Ο Έλληνας δεν πίνει νερό για να ξεδιψάσει αλλά για ν'απολαύσει, και αυτό μπορούμε να πούμε ότι συνοψίζει και την φιλοσοφία του ταξιδιού ως μίας πολυτέλειας της ψυχής, όχι μίας ανάγκης ζωτικής αλλά μίας επιλογής πολιτισμού, αναζήτησης και βαφτίσματος σε έναν κόσμο περίσσειας και έκρηξης. Ο Έλληνας γίνεται στα κείμενα των ξένων συγγραφέων η μεταφορά ενός ιδανικού ανθρωπότητας προικισμένης με ποιότητες και χαρακτηριστικά ονειρεμένα.
 
Οι φωνές των ποιητών, τα λόγια τους, έρχονται από το παρελθόν να ξεπλύνουν την χώρα μας από όλα τις φθορές που έχουν μολύνει και σπιλώσει το τοπίο, τα ανθρώπινα κτίσματα, τις συνήθειες, τον ίδιο τον χαρακτήρα των ανθρώπων. Έρχονται. να μας θυμίσουν ότι υπάρχει πάντα ένα βάθος ανέγγιχτο, αυτό που περιμένει να το ανασύρουμε και να το ξαναγράψουμε για να μπορέσουμε να ζήσουμε με αλήθεια και έμπνευση. Έχουμε ξεχάσει τα μυστικά, τις αρχαίες φόρμουλές, έχουμε ξεχάσει ότι υπάρχουν μυστικά κι αυτό είναι το χειρότερο. Οι ποιητές μας το ξαναθυμίζουν, κι αν επιλέξουμε κι εμείς να το ξαναθυμηθούμε θα επιλέξουμε και την χώρα που στον καθένα μας αξίζει..
 
Υπάρχει στην απόλαυση ένα απαγορευμένο, μία συνθήκη. Η συγγένεια, η εγγύτητα, πρέπει να πεθάνει. Αυτό που ποτέ εξ ορισμού δεν θα γίνει οικείο, αυτό που πάντα θα Φέρει μέσα του την απόλαυση. Ο πατέρας και η μητέρα μας μπορεί να είναι αντικείμενα θαυμασμού και σχέσεων γεμάτων ελαφρότητα για άλλους εμείς όμως είμαστε για πάντα δεμένοι μαζί τους με την πιο βαριά αγάπη. Πρέπει να γίνουμε ξένοι, ή να υποδυθούμε. να μεταμφιεστούμε εσωτερικά, να για να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε με απόλαυση το σώμα της Ελλάδας. Όσες φορές κατάφερα να παθιαστώ με την ίδια μου την χώρα ήταν όταν την πλησίασα με τα μάτια του ξένου που είχα καταφέρει να γίνω.
 
Η ταινία της Λουκίας Ρικάκη είναι ένα δοκίμιο για το ταξίδι, για την παρθενικότητα της ματιάς, για το γνωστό ιδωμένο μέσα από μάτια που το ανακαλύπτουν τώρα για πρώτη φορά, για την άβυσσο που χωρίζει την πραγματικότητα από τον ποιητικό ενθουσιασμό και μετά για την κατάλυση αυτής της αβύσσου. Για το πώς να βλέπουμε με την ματιά του Άλλου για να ξανακερδίσουμε αυτό που πάντα ήταν μπροστά στα μάτια μας. Για την δημιουργία μίας χώρας από την ταξιδιωτική και μη λογοτεχνία και ποίηση, την δημιουργία μιας μυθολογίας του φαίνεσθαι και του είναι της.
 
Να δούμε την χώρα μας μέσα από τα μάτια των άλλων. Το ταξίδι φέρνει μέσα στο κέρας του όλη την πολυπλοκότητα του διαφορετικού, του Άλλου, με ασφάλεια, χωρίς την φθορά του γνωστού. Καθρεφτίζομαι μέσα του και η ταυτότητά μου από την μία αναδύεται ανάγλυφη, αν μ ενδιαφέρει να την δω, απ την άλλη αποκτάει καινούργια λάμψη. Τα τοπία, η σχέση μεταξύ τους, τα χρώματα στο πέρασμα του φωτός, μαγικά κλειδιά που με περίμεναν, όχι κοιμισμένα, αλλά ζώντας οργιαστικά και γαλήνια, για να με ξεκλειδώσουν.
 
Υπάρχουν ακόμα στιγμές και τοποθεσίες που περιμένουν εκείνους που τις χρειάζονται και τις αξίζουν Όπως κάποιος που αναγνωρίζει σι: ένα όνειρο αυτό που θα φωτίσει σκοτεινές σπηλιές της ύπαρξής του. Το ταξίδι είναι η αναζήτηση του εαυτοί), η απόσταση από τον εαυτό, η λήθη του. η παράδοση στο διαφορετικό, το πνευματικό βάφτισμα, η κάθαρση των αισθήσεων, πηγή έμπνευσης και δημιουργίας. Η ομορφιά που σε καθηλώνει, δηλαδή σε βγάζει από τον εαυτό σου, σε καταλύει και σ αυτήν την στιγμή μη-ύπαρςης ξαναγεννιέσαι.
 
Ξαναβλέπουμε τις ίδιες οικείες εικόνες που όχι απλά έχουν χάσει την πρώτη τους δύναμη αλλά συχνά έχουν γίνει αρνητικά συνώνυμα μια καταστροφής, μιας φθοράς, μιας ασχήμιας που έχει πάρει την θέση της ομορφιάς και της. απλότητας. Μια φθορά που δεν είναι μόνον εκείνη της οικολογικής καταστροφής, της επέλασης του τουρισμοί) και των λοιπών γνωστών δεινών της εποχής αλλά και αυτή της επανάληψης, του Ίδιου που μας φυλακίζει σε μία σχέση επανάληψης και καταναγκασμού. Τώρα, μέσα από την ξένη ματιά, μια ρωγμή ανοίγεται ανάμεσα στο βίωμα και τις γνωστές εικόνες και εκεί γλιστράμε κι εμείς σαν ξένοι περιηγητές στην ίδια μας την χώρα, φρέσκοι από το νερό της πηγής, ούτε παλιοί ούτε όμως και καινούργιοι, ένα είδος σοφών που ανακαλύπτουν αυτό που συνεχώς ανανεώνεται μέσα στην φαινομενική ακινησία του παλιού. I I ταινία μας βοηθάει να το κάνουμε. Ζηλεύουμε αυτούς τους ποιητές-περιηγητές, την παρθενία του βλέμματός τους, ζηλεύουμε την τύχη τους να βλέπουν για πρώτη φορά σαν ξένοι αυτό που εμείς κουβαλάμε ανεπίγνωστα σαν ακόμη ένα δέρμα. Θα θέλαμε να ήμασταν στην θέση τους, να νοιώσουμε την δύναμη των τόπων, να νοιώσουμε την ηδονή τους. Η Φθαρμένη ελληνικότητα, οι γριές, οι γέροι, τα στερεότυπα της ελληνικής νησιωτικής υπαίθρου, μπορούμε άραγε να τα ξαναβρούμε καινούργια, χωρίς την σκουριά και την σκόνη που μας τα κάνει απωθητικά αν μη τι άλλο σαν Λόγο, ή στην καλύτερη περίπτωση αδιάφορα.
 
Η ταινία της Λουκίας Ρικάκη κινείται ταυτόχρονα σε δυο επίπεδα. Η εικόνα από την μία, οικεία, η «ομορφιά» της ελληνικής φύσης, η γαλάζια θάλασσα, το διάσημο φως, οι ήχοι της καμπάνας, οι ορθόδοξες ψαλμωδίες, τα αιγοπρόβατα με τα κουδούνια τους. Από την άλλη ο λόγος, όχι ο ελληνικός τυπικός λόγος πάνω στην Ελλάδα, αλλά ο Ξένος, ο περίτεχνος, ο ποιητικός, ο μυθιστορηματικός. το ένα επίπεδο σχολιάζει το άλλο, το αποκαλύπτει, αλλά και το αναιρεί, το ξαναβαφτίζει, το αλλοιώνει, μας το προσφέρει ξανά αλλά τώρα δίσημο, πολυσήμαντο, όχι άμεσα αναγνωρίσιμο.
 
Είναι Λόγος Θαμβούς, θαυμασμού, επιθυμίας. Αυτή η περίσσεια θάμβους δημιουργεί από μόνη της, στις λίγες χαραμάδες σιωπής, την άλλη μεριά των πραγμάτων, την σκοτεινή, αυτήν την οποία δεν διαλέγουμε να δείξουμε εδώ, αυτήν για την οποία δεν διαλέγουμε να μιλήσουμε. Για την στέρηση, τα πανηγύρια που ακριβώς είναι η έκρηξη που της επιτρέπει να ξεπηδάει Ατιμώρητα για λίγο, η καταπιεσμένη ορμή, η ανάγκη για ξόδεμα, η φωτιά μιας δαπανηρής έκφρασης.
 
Η ταινία είναι εξ ορισμού ένας ύμνος,- οι λόγοι των ξένων -ακόμα και οι έλληνες ποιητές εδώ με τον λόγο τους δημιουργούν μία ιδιαίτερη κοινότητα ελλήνων- ύστερα από λίγο μας θολώνουν, γίνονται και οι ίδιοι τόποι κοινοί που σχολιάζουν το γνώριμο άλλα από αλλού -κι εκεί είναι αυτό που χτίζει ξανά την επιθυμία, τον πόθο μου γι αυτό που είναι τόσο δικό μας ώστε να μην το βλέπουμε. Μία απόφαση-επιλογή να δούμε μόνον την ομορφιά, μόνον αυτό που μπορεί να μεταφραστεί σε θετικές αξίες. Εξιδανικευμένες θεωρήσεις, στις οποίες εμείς ξέρουμε να δίνουμε πιο πραγματικές διαστάσεις, αλλά που τα ψήγματα αλήθειας και χρυσού που περιέχουν μας κάνουνε να ονειρευόμαστε. Και βέβαια είναι λόγια που γράφτηκαν τα πιο πολλά δεκαετίες ήδη πίσω και μέσα τους αναγνωρίζουμε την απώλεια και νοσταλγούμε.
 
Η ταινία της Λουκίας Ρικάκη μας προσκαλεί να ανακαλύψουμε την Ελλάδα, να επανεξετάσουμε τα στερεότυπα, να ξαναδιαβάσουμε τα τοπία μέσα από την γεμάτη θαμβός ματιά των ξένων.
 
Όλες αυτές οι φωνές των ξένων είναι που δημιουργούν τον μύθο μας, ξαναγυρίσουν σαν αντίλαλος, προστίθενται στο ψηφιδωτό του θαυμαστού, του απλού και του πηγαίου. Στο ψηφιδωτό της λατρείας του ήλιου και του φωτός, της θάλασσας και του υγρού στοιχείου της γης και της φωτιάς που καίει μέσα στα πράγματα και τους ανθρώπους. Και άλλες φωνές σχολιάζουν κι αυτές με την σειρά τους χτίζοντας έναν Λόγο θάμβους και απόλαυσης.
Γιατί ο κόσμος έχασε την χάρη; Γιατί δεν γνωρίζουμε πια κανένα από τα μυστικά που ξαλαφρώνουν; Ζαν Κοκτώ.

Έχει κανείς την Ελλάδα που του αξίζει, αυτή που επιλέγει. Κλωντ Ρουά.

Και βέβαια έχει κανείς την Ελλάδα που του αξίζει, αυτήν που επιλέγει, όπως έχει το ταξίδι που επιλέγει, την ζωή, τον εαυτό που επιλέγει.
 
Του Παναγιώτη Ευαγγελίδη