«Οδυσσέως διάλογοι»

"Οδυσσέως Διάλογοι"

O καθηγητής Δ. Ν. Μαρωνίτης παρου­σίασε στο Μέγαρο Μουσικής μια έντεχ­νη θεατροποίηση της ομηρικής ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ, μέσα από αποσπάσματα πέντε ραψωδιών, με άξονα τους διαλόγους του ΟΔΥΣΣΕΑ με τις μυθικές γυναικείες μορφές, που υπάρ­χουν στο παναιώνιο αυτό στιχουργικό έπος. Το όλο αφηγηματικό θέμα δίνει ο ί­διος από σκηνής δημιουργός διεισδύοντας με σύγχρονη ματιά στο θρυλικό ήρωα του Τρωικού Πολέμου του ευφυέστατου και πανούργου Ιθακήσιου, που χωρίς την ε­μπνευσμένη λύση τρυ προβλήματος, η Τροία δεν έπεφτε στα χέρια των εισβο­λέων Αχαιών. Στο έργο του ο συγγραφέας εξετάζει πτυχές των ερωτικών σχέσεων του ήρωα, με την Πηνελόπη, αλλά και με την Καλυψώ, την Κίρκη και τη Ναυσικά στο πέρασμά του από το νησί των Φαιάκων. Στον πρώτο στίχο της "ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ" ο Οδυσσέας παρουσιάζεται σαν πολύτροπος, ιδιό­τητα που τον οδηγεί σε διάφορα τεχνά­σματα, ακόμα και στην απόκρυψη, αρχικά της ύπαρξής του. Ο συγγραφέας επισημαίνοντας τις απόψεις του πιστεύει ότι στην περίπτωση του ήρωα συγχέονται τα όρια προσώπου και προσωπείου, υπόκρισης και ανυπόκριτης ομολογίας, αληθοφανούς ψεύδους και αλήθειας. Με τη μέθοδο αυτή η Οδύσσεια διευρύνει και περιπλέκει τη θεολογική, ανθρωπολογική, πολιτική και ηθολογική διάσταση της Ίλιάδας", όπου οι αντίθετοι όροι και στα τρία αυτά ε­πίπεδα παραμένουν, κατά κανόνα, διακε­κριμένοι και άμεικτοι. Στην ΟΔΥΣΣΕΙΑ, αντί­θετα συμβάλλονται συχνά, παραπληρω­ματικές αντιθέσεις, δημιουργώντας αλλε­πάλληλα μείγματα, στο εσωτερικό των ο­ποίων μπορεί να διακριθούν ακόμα και α­ντιφάσεις. Αυτό ισχύει καταρχήν για το μύθο του έπους, που συντίθεται από παραμυθικά, νοβελιστικά και επικά στοιχεία, ενώ ταυτόχρονα, φιλοξενεί φανταστικές, αλλά και άκρως ρεαλιστικές μορφές και συμπεριφορές. Ανάλογα, περιπλέκεται σ' αυτό το έπος και το κυρίαρχο μεγάλο θέμα του νόστου, που διχοτομείται από την αρχή στη θετική και αρνητική εκδοχή του, στο ενδιάμεσο των οποίων, αναπτύσ­σονται τα θέματα της αναζήτησης του ήρωα και των διαδοχικών αναγνωρισμών του. Ετσι, τονίζει ο συγγραφέας του τερά­στιου σε πνευματική αξία έργου ο Οδυσσειακός νόστος, δοκιμάζεται από την αρχή ως το τέλος του έπους ο διπλός στόχος του, η επανάκτηση της βασιλικής εξουσίας και της νόμιμης συζύγου, ταλαντεύεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όχι μόνο πριν αλλά και μετά το φόνο των μνηστήρων, όπου απαιτείται η παρέμβαση της Αθηνάς, που αναφέρεται στην τελευταία ραψωδία της Οδύσσειας, για ν' αποτραπεί εμφύλια σύρραξη στην Ιθάκη. Αυτό σημαίνει ότι το χαρούμενο τέλος του έπους, είναι μάλλον διφορούμενο, αν μάλιστα συνυπολογιστεί η προβλεπόμενη δεύτερη αποδημία χου ήρωα που την έχει προετοιμάσει, ήδη ε­ντός της ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ, η προφητεία του Τει­ρεσία.

Περίπλοκη, κατά τον Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗ ελέγχεται και η σχέση του Οδυσσέα με την Πηνελόπη. Στον κύκλο του εξωτερικού νόστου, πριν ο Οδυσσέας εμφανισθεί στην Ιθάκη τον συναντούμε να εμπλέκεται ερω­τικά ή συναισθηματικά με τρεις γυναικείες μορφές κατά χρονική σειρά: την Κίρκη, την Καλυψώ και τη Ναυσικά. Σε αφηγηματική διαδοχή με την Καλυψώ, τη Ναυσικά και την Κίρκη. Και οι τρεις αυτές γυναικείες μορφές, οι δύο δαιμονικές θεές και η τρίτη κόρη βασιλέα, μετατρέπονται καθ’ οδόν από ανασταλτικούς σε προωθητικούς συ­ντελεστές του νόστου, σχηματίζοντας έτσι μια τρίβαθμη κλίμακα, που οδηγεί, τε­λικά τον Οδυσσέα στην Πηνελόπη.
Εξέχουσες μορφές, οι τρεις γυναίκες μέσα στην Οδύσσεια, εμφανίζονται και αποσύρονται στο πρώτο μισό του έπους.

Η ξανθιά Καλυψώ, η φαρμακός Κίρκη, η αδάμαστη παρθένα Ναυσικά που στο μεταξύ ευχήθηκε να είχε σύντροφο τον Οδυσσέα στοιχειοθετούν το τρίγωνο των παρασυζυγικών σχέσεων του Οδυσσέα. Αν συγκριθούν οι σχέσεις αυτές, με τις αντί­στοιχες της Ιλιάδος, τη μακροσκοπική της Ελένης, μέ τον Πάρι, αυτή του Αγαμέμνονα με τη Βρισίδα, που η πρώτη προκαλεί τον Τρωικό πόλεμο, και η άλλη τον Ιλιαδικό, τελικά αποδεικνύονται αποδεκτές και ευάγωγες.

Ο ποιητής της ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ, φαί­νεται να ξεπερνά και σε τούτο το κεφά­λαιο παραδοσιακού τύπου απαγορευτικές εντολές, αφήνοντας τον ήρωα να πέσει στα κρεβάτι μιας νύμφης και μιας μάγισ­σας, να ομολογήσει το θάμβος του εμπρός στην ομορφιά της παρθένας Ναυσικάς, ενώ ετοιμαζότανε να γυρίσει στην Ιθάκη κοντά στη γυναίκα του. Η ερωτική, ωστό­σο, αυτή ελευθεριότητα του Οδυσσέα πραγματοποιείται κάθε φορά οε κατάστα­ση έκτακτης ανάγκης, που είναι υποχρεωτι­κή και σ' ένα σημείο αναλογεί στους ελιγ­μούς της Πηνελόπης απέναντι στους μνη­στήρες. Στην επιφάνεια του έπους, η Πηνε­λόπη, είκοσι χρόνια, αμετακίνητα πιστή, δείγμα αντίθετο της άπιστης Ελένης της Σπάρτης, καθώς και της φόνισσας του άντρα του Αγαμέμνονα, Κλυταιμνήστρας. Στο υπέδαφος όμως της Οδύσσειας, η Πη­νελόπη γίνεται κατά κάποιο τρόπο και ερω­τικά διφορούμενη, ανέχεται την παρουσία των μνηστήρων στο ανάκτορο, γεγονός που προκαλεί και τη μορφή του γιου της Τηλέμαχου, έστω σαν δικαιολογία στην α­πόγνωσή της, για τον οριστικό χαμό του Ο­ΔΥΣΣΕΑ, χωρίς να αποκλείει δεύτερο γάμο με κάποιον από τους μνηστήρες, που αρχι­κά αποπέμπει. Τον αναβάλλει όσο της είναι δυνατό, στο τέλος όμως, με τη συναίνεση του αδιάγνωστου ακόμα νόμιμου άντρα της τον προκαλεί επινοώντας το άθλημα της τοξοθεσίας, κυριολεκτικά την τελευ­ταία στιγμή.
Το άθλημα αυτό, βέβαια, θα οδηγήσει στην αποκάλυψη του Οδυσσέα, στη μνηστηροφονία, στην αναγνώριση του ήρωα από την Πηνελόπη. Υπάρχουν, και άλλα παρόμοια, στοιχεία, μέσα στην Οδύσ­σεια, τα οποία καθιστούν την Πηνελόπη, αναλογικά προς τον Οδυσσέα πολύτροπη και είναι πιθανό ότι το λογοτυπικό επίθετο ‘περίφρων" που συνοδεύει σταθερά το ό­νομά της παραπέμπει όχι τόσο στην αδέ­καστη φρόνησή της όσο στο ευέλικτο μυα­λό της. Αυτό σημαίνει ότι το ζεύγος Οδυσ­σέα - Πηνελόπη δεν είναι, όπως φαίνεται, σε πρώτη ματιά, τόσο ετεροβαρές, ενερ­γητικός και ελευθέριος ερωτικά, ο άντρας, παθητική και απόλυτη η Πηνελόπη, έμπι­στη γυναίκα. Πρόκειται για ισόρροπη μάλιστα συζυγία και σε τούτο το κεφάλαιο. Η διαφορά, ανά­μεσα στην Πηνελόπη και την Ελένη ή και στην Κλυταιμνήστρα, βρίσκεται αλλού, αυτή τιθασσεύει τα διαθέσιμα πάθη της ενώ εκείνες αντίθετα, τ' άφησαν ακάθεκτα.
 
Ο δημιουργός του πράγματι, σημαντικού έργου, μας αφήνει να πιστεύουμε, ότι στό­χο του έχει την έκθεση του Οδυσσέα σαν ένα κοινού ερωτύλου ανθρώπου, που όπου εύρισκε γυναίκα δεν αρνιόταν την ε­ρωτική ευωχία. Έργο, που εντυπωσιάζει με την επιστημονική του δομή και τον έντεχ­νο αφηγηματικό λόγο. Ερμηνεύεται άψογα σε σκηνοθεσία Λουκίας Ρικάκη, μουσική Δημήτρη Καμαρωτού και σκηνικά - κοστού­μια Αντώνη Χαλκιά.

 

Η Αλέξα Παϊζή στο ρόλο της Αντίκλειας σημάδεψε την άριστη ενσάρκωση του ρόλου και την ποιότητα της έκφρασης. Παίζουν ά­ψογα οι Κωνστανίνος Κωνσταντόπουλος - Οδυσ­σέας, Ανέζα Παπαδοπούλου - Πηνελόπη, και οι Ευρύκλεια Σωφρονιάδου, Ματίνα Μοσχόβη και Κατερίνα Λυπηρίδου, ενσαρ­κώνοντας αντίστοιχα την Καλυψώ, Κίρκη καί Ναυσικά. Στα ενδιάμεσα, τραγουδά η σοπράνο Νατάσα Κατσούλη. Μια πολύτιμη πνευματική προσφορά του καθηγητή Δ.Ν. Μαρωνίτη.
 
Περσεύς Αθηναίος