«Οδυσσέως διάλογοι στο Μέγαρο»



Οδυσσέως Διάλογοι στο Μέγαρο

Σήμερα, στη μικρή αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής παρουσιάζονται οι «Οδυσσέως διάλογοι», μία συμπληρωματική στο μουσικό δράμα του Μοντεβέρτι παράσταση που βασίζεται στην ομηρική «Οδύσσεια». Ο λιμπρετίστας της «Επιστροφής του Οδυσσέα στην Πατρίδα» άντλησε από το ομηρικό έπος την ιστορία του, αλλά με το πνεύμα ενός ποιητή του τέλους της Αναγέννησης. Το λίμπρέτο του Τζάκομο Μπαντοάρο δεν είναι άλλωστε ούτεη πρώτη ούτε η τελευταία απόπειρα που το αρχαϊκό υλικό του έπους δίνει την πρώτη ύλη ή εμπνέει νέες μορφές δημιουργίας σ' όλο το φάσμα των παραστατικών τεχνών και της λογοτεχνίας.
 
Μια νέα γραφή είναι επίσης η μετάφραση του Δ.Ν. Μαρωνίτη που έχει αφιερώσει κάμποσο χρόνο της ζωής του στην απόδοση των ραψωδιών της «Οδύσσειας» στη νεοελληνική. Μία άλλη γρα­φή είναι επίσης το εγχείρημα να δραματοποιηθούν μέρη του αφηγηματικού κειμένου του έπους με σκηνοθετική ευθύνη της Λου­κίας Ρικάκη, ώστε μέσω της θεατρικής πράξης που προέκυψε να γνωρίσουν την «Οδύσσεια» οι πολλοί που δεν την έχουν διαβάσει - αλλά κι όσοι έχουν αναγνώσει το παλαιότατο αυτό κείμενο να γοητευθούν με τηβοήθεια των θεατρικών τεχνασμάτων, από τη σύ­μπραξη όρασης και ακοής σ' ένα «προϊόν»  μικτό αλλά νόμιμο.
 
Ο Δ.Ν. Μαρωνίτης δούλεψε τον περασμένο χειμώνα με τη Λουκία Ρικάκη, όταν η ηχογράφηση της ανάγνωσης των πρώτων ραψωδών  της Οδύσσειας από τον ίδιο απαίτησε τη σκηνοθετική επιμέλεια ενός τρίτου, «ειδικού» ακροατή (τα cdθα κυκλοφορή­σουν}. Τότε έπεσε για πρώτη φορά η ιδέα για μια παράσταση βασι­σμένη στην «Οδύσσεια», που τελικώς μπόρεσε να πραγματοποιηθεί με την αποδοχή της πρότασης απάτη διεύθυνση του Μεγάρου στο πλαίσιο ενός μικρού κύκλου με πρωταγωνιστή τον  ομηρικό ήρωα.
 
Ο Οδυσσέας και οι γυναίκες του στο Θέατρο
«Με ενδιαφέρει ένα θέατρο λόγου που βασίζεται πολύ στο λόγο και στην ιδιαιτερότητα του, και οι ως τώρα επιλογές μου στο θέατρο  το φανερώνουν. Ούτε ο Παζολίνι ούτε η Μαργκερίτ Ντιράς, έργα των οποίων σκηνοθέτησα,  ήταν αμιγώς θεατρικοί συγγραφείς, ενώ το ζήτημα αν μπορεί ένα λογοτεχνικό κείμενο να γίνει σκηνική πράξη, το αντιμετώπισα όταν ανέθεσα ποιήματα και κείμενα των Γάλλων σουρεαλιστών σε θεατρικά λόγο («Σουρεαλέρως») Εδώ πια ο δημιουργός πρέπει να αντιμετωπίσει τη μεταφορά του λόγου σε μία νέα, διάφορη της φυσικής του,  αφηγηματική διαδικασία-θεατρική ή κινηματογραφική.
 
Οι “Οδυσσέως Διάλεγοι" ήταν μία αφορμή για να προχωρή­σω το σχετικό προβληματισμό παρακάτω λέει η Λουκία Ρικάκη.
Ο Δημήτρης Μαρωνίτης διάλεξε το θέμα: οι διάλογοι του Οδυσσέα με τις πέντε γυναίκες, τη μάνα του Αντίκλεια, την Καλυ­ψώ, την Κίρκη, τη Ναυσικά κα την Πηνελόπη. Επιπλέον και με τις δυο ιδιότητες του, του μεταφραστή αλλά και του προσώπου που α­ναλαμβάνει το ρόλο του αφηγητή της παράστασης, ενεπλάκη καθοριστικά στη σκηνοθεσία. Τη δική του ερμηνεία, τη φιλολογική κα την «υποκριτική» άποψή του υιοθέτησε η παράσταση.
 
Το ίδιο το ομηρικό κείμενο δεν έχει συνεχώς μια αμική φόρ­μα:  σ’άλλες ραψωδίες υπερτερούν οι μονόλογοι, σε άλλες ο λόγος του αφηγητή. Κατά τη δραματουργική επεξεργασία έπρεπε να ληφθούν υπόψη τατερτίπια του ίδιου του κειμένου, να αντιμε­τωπιστούν οι διαφορετικός φόρμες που χαρακτηρίζουν από γραφής τη δομή του.
 
Δραματοποιείται ένα αφηγηματικό κείμενο;
0 Δ. Μαρωνίτης και η Λουκή Ρικάκη έκαναν μαζί τη  δραματουργική επεξεργασία. «Οι επεμβάσεις μας ξεκίνησαν με πρώτο ζητούμενο να δημιουργηθούν οι απαραίτητες σε μια θεατρική πρά­ξη σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπα, έστω στο μίνιμουμ που επίτρε­πε η ίδια η δομή του έπους», επισημαίνει η σκηνοθέτης.
 
0 αφηγητής (Δ. Μαρωνίτης) παρουσιάζεται στο εργαστήριο του μεταφραστή. Μεταφράζοντας τους ομηρικούς στίχους, ξανα­γράφει το έπος. γίνεται αυτός που δίνει πνοή στα πρόσωπα. Λυτά όχι μόνο ζωντανεύουν αλλά του «κλέβουν» λόγια Γιο να σταθεί η σκηνική πράξη η αφήγηση και οι διάλογοι βρίσκονται σε συνεχή διαπλοκή, ενώ δόθηκε διαλογική μορφή ακόμη και σε μονολόγους. Με το ίδιο σκεπτικό, ο αφηγητής κλέβει στίχους από τα διαλογικά μέρη, στίχουςαπό το μονόλογο ενός ήρωα τους παίρνει άλλος.
 
Σιο σημείο αυτό ταιριάζει το σχόλιο του Δημήτρη Μαρωνίτη περί της κλεπτοσύνης, της αρετής του Οδυσσέα, που χαρακτηρίζει με την έννοια της «υποκλοπής» τις σχέσεις όλων των εμπλεκόμε­νων στηνπαράσταση. Ωστόσο, «κύριο μέλημα όλων ήταν να μην τραυματιστεί το αφηγηματικό κέλυφος της «Οδύσσειας». Αηο την πρόθεση, βέβεια, έως την επίτευξη του στόχου, το χάσμα είναι μεγάλο. Σε τέτοιες, μη συμβατικές παραστάσεις, αυτό που κυρίως απαιτείται είναο ικανός χρόνος προετοιμασίας. Οι «Ομήρου Διάλογοι» δεν είχαν περισσότερο χρόνο από ενάμιση μήνα προβών.
 
Σκηνοθετικές ανησυχίες
Η αίθουσα Δ. Μητρόπουλου ίου Μεγάρου και η σκηνή της δεν είναι  ειδική για θεατρικές παραστάσεις. Για να θυμίζει θέατρο ο χώρος, έπρεπε η σκηνή να γεμίσει με ένα σημαντικό σκηνικό  (του Αντώνη Χαλκιά). Το σκηνικό αποτελείται από την Ιθάκη, ως σταθερό τοπίο του Νόστου γύρω γύρω,  από ένα γλυπτό πάνω οε περιστροφική σκηνή, που άλλοτε γίνεται το νησί της Καλυψώς, άλλοτε της Κίρκης κι άλλοτε το νησί των Φαιάκων, και από τους καθρέπτες που καλύ­πτουν το ξύλινο πάτωμα της σκηνής. Οι σκηνογραφικές επιλογές σχετίζονται με την άποψη της σκηνοθέτιδας ότι το ταξίδι-ιστορία του Οδυσσέα έχει να κάνει με σχετικούς και απόλυτους αντικατοπτρισμούς: «0 Οδυσσέας αναζητά μέσα από τις σχέσεις του με τις πέντε γυναίκες να βρει τον εαυτό του αλλά δεν μπορεί να πετύχει τον α­πόλυτο αντικατοπτρισμό. Γύρω του σαν κέλυφος μέση στο οποίο κινείται ταξιδεύοντας, υπάρχει η Ιθάκη, το μόνιμο τοπίο του νόστου, του νου, που άλλοτε με τη βοήθεια φωτισμών χάνεται κι άλλοτε η παρουσία της είναι κυρίαρχη. 0 Οδυσσέας νομίζει ότι κάνει σταθ­μούς. Ο προορισμός του ταξιδιού, όσο κι αν φαντάζει τελικός, φέ­ρεται δέσμιος της αέναης κυκλικής κίνησης, όπου τα σημεία επιβίβασης και αποβίβασης εναλλάσσονται».
 
Αλλά το εντυπωσιακό σκηνικό προδιαθέτει το θεατή για μία «κανονική» θεατρική παράσταση. Εδώ. λοιπόν, κρύβεται η παγίδα: η παράσταση δεν είναι θέατρο, είναι δραματοποίηση ενός αφηγη­ματικού λόγου. «Μιλάμε για μια πολύ ευαίσθητη ισορροπία-όταν η ύλη δεν είναι διαυγή-  είναι πολύ πιθανό αυτό που θα παράξειςεπίσης να μην είναι διαυγές. Άλλοτε δανειστήκαμε υλικά από τη φόρμα της αφήγησης  κι άλλοτε από τις παρακαταθήκες του θεάτρου. Η σύζευξή τους άλλοτε έχει ευεργετικά αποτελέσματα και άλλοτε προκαλεί δυνάμεις αντίδρασης». λέει η Λ. Ρικάκη.
 
«Τεχνικά προβλήματα» εμπόδισαν να προχώρησει η αρχική σύλληψη της «εισβολής» της μουσικής και των λυρικών μερών που έγραψε ο Δημήτρης Καμαρωτός μέσο στα λόγια του αφηγητή και των ηρώων. Τελικώς όλα τα τραγουδιστικά μέρη συγκεντρώθηκαν σε τέσσερεις ενότητες και θα ερμηνευθούν από τη Μάτα Κατσούλη στις αλλαγές των ραψωδιών εν είδει ιντερλουδίων. Κατά την εξέλι­ξη της πράξης θα συμμετάσχει μόνο το κοντραμπάσο (Βασίλης Παπαβασειλείου).
 
'Ενα άλλο σημείο που ανοφέρει η Λ. Ρικάκη ως σημείο αιχ­μής είναι το ότι επέλεξε ηθοποιούς της διανομής και βασει της εξωτερικής εμφάνισής τους, δηλαδή θέλοντας να υπάρχει μια φανταστική έστω, αντιστοιχεία ανάμεσα στα πρόσωπα των ηθοποιών και στους ήρωες που υποδύονται. «Καθεμιά ηθοποιός φέρει τη δι­κή της προϊστορία στο χώρο, προέρχεται ας πούμε από διαφορετι­κή σχολή. Μέσα στο περιορισμένο διάστημα των προβών δεν υ­πήρχε περίπτωση να ενοποιήσω τους υποκριτικούς τρόπους. Χρησιμοποίησα, λοιπόν, την ετερότητά τους δημιουργικά. Δούλε­ψα πάνω στην ανομοιογένεια -άλλωστε κάθε ραψωδία είναι σαν ένα ξεχωριστό επεισόδιο. Κάθε γυναίκα είναι ένας διαφορετικός σταθμός και συναντάται μόνο με τον Οδυσσέα. Το πρόβλημα δηλαδή μεταβιβάστηκε στον Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο που ανέλαβετον ήρωα. ο οποίος έπρεπε όχι μόνο να ερμηνεύσει τα δικά του μέρη αλλά και να μην παρασυρθεί από τις ερμηνευτικές ιδιαι­τερότητες της Αλέκας Παΐζη (Αντίκλεια), της Ευρύκλειας Σωφρονιάδου (Καλυψώ), της Ματίνας Μόσχοβη (Κίρκη), της Κατερί­νας Λυπηρίδου (Ναυσικά) και της Ανέζας Παπαδοπούλου (Πηνελόπη).
 
Αυτό που θα δει ο θεατής στο Μέγαρο είναι ένα στάδιο δοκι­μής, κάτι που θα μπορούσε να εξελιχθεί, σαν workinprogressΗ μορφή που τελικώς πήρε το εγχείρημα βασίστηκε σε μια από τις πολλές ιδέες που είχαμε αλλά, υπό την πίεση ίου χρόνου, δεν προλάβαμε να δοκιμάσουμε», καταλήγει η Λουκία Ρικάκη.
 
Στις μέρες μας. που η πρωτότυπη καλλιτεχνική δημιουργό οφείλει να ξεπεράσει την εξάντληση και το αδιέξοδο κάθε έννοιας πρωτοπορίας, δεν είναι σπάνιες οι απόπειρες να επικοινωνήσουν είδη όχι ακριβώς συγγενή. Το αν ένα αφηγηματικά κείμενο, και δη ένα έπος του 7ου π-Χ. αιώνα, μπορεί να δραματοποιηθεί, να γίνει δηλαδή λόγος θεατρικός, ε/ναι ένα ερώτημα που δεν μπορεί να α­παντηθεί εύκολα. Την πρόθεση δικαιώνει ή δεν δικαιώνει κάθε φορά το εγκεκριμένο εγχείρημα.