Ψυχιατρική & Κινηματογράφος - Στη μνήμη της Λουκίας Ρικάκη
Στη μνήμη της Λουκίας Ρικάκη
Θανάσης Καράβατος.
 
H Λουκία Ρικάκη γεννήθηκε το 1961 στον Πειραιά και «χάθηκε» πρόωρα στα 50 της χρόνια, τον Δεκέμβρη του 2011. Σπούδασε Ιστορία Τέχνης, Κινηματογράφο, Γραφικές Τέχνες και Φωτογραφία στο DartingtonCollege of Arts στην Αγγλία. Στην πορεία εργάστηκε στο Συμβούλιο της Ευρώπης στο Στρασβούργο και στο Υπουργείο Περιβάλλοντος της Δανίας ως υπεύθυνη εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Το 1982 επέστρεψε στην Ελλάδα και ίδρυσε την εταιρεία ORAMA FILMS μια από τις καθιερωμένες εταιρείες παραγωγής θεατρικών παραστάσεων και ποιοτικών ταινιών για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Από τις τελευταίες προσφορές της η ίδρυση του φεστιβάλ κινηματογράφου Ecofilms στη Ρόδο με ταινίες οικολογικού χαρακτήρα και του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογραφικών Ταινιών με θέματα Υγείας “Ιπποκράτης” στην Κω. Είχα την τύχη να την γνωρίσω καλεσμένος της στο 1ο και το 2ο Φεστιβάλ της Κω που ο αδόκητος θάνατός της έκοψε τη συνέχεια.
 
Θα προτάξω κάποιες σκέψεις, εν είδει μικρού ρεπορτάζ για τα δύο Φεστιβάλ της Κω, κι έπειτα θα εξειδικεύσω το θέμα μου στο γιατί και το πώς ο κινηματογράφος και η ψυχιατρική μπορεί να συναποτελούν μια κατοπτρική εικόνα.
Το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου με θέματα Υγείας πραγματοποιήθηκε στην Κω, στις αρχές του Σεπτέμβρη 2009 και ήταν για μένα μια αποκάλυψη η παρακολούθησή του. Αποκάλυψη για τις δυνατότητες ενός εξειδικευμένου φεστιβάλ ταινιών [μικρού, μεσαίου και μεγάλου μήκους – όλη η ιατρική παρούσα] να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον ντόπιων και επισκεπτών, ειδικών και μη, που γέμιζαν από το πρωί τον χειμερινό Ορφέα – που μας πάγωνε μερικές φορές με το κλιματιστικό του– μέχρι αργά, τις μεταμεσονύχτιες ώρες, τον δροσερό θερινό Ορφέα.
Εξαιρετική η γενικότερη οργάνωση, όσο και η επιμέρους μέριμνα για τις συζητήσεις με τους συντελεστές των ταινιών [που είχαν καταφτάσει από τις τέσσερες  άκρες του κόσμου], ιδίως τις μεσημεριανές συναντήσεις και τον διάλογο που ανοιγόταν στην πανέμορφη Πλατεία Ελευθερίας, δίπλα στον Ορφέα και κοντά στην αρχαία αγορά· συναντήσεις που «αντλούσαν την έμπνευσή τους» –με τα λόγια της Λουκίας Ρικάκη– «από τις λειτουργίες της αρχαίας αγοράς».
Το πρόγραμμα περιελάμβανε 85 ταινίες, με θεματολογία που ανοιγόταν από τα προβλήματα των γηρατειών στην καρδιοπάθεια και τον καρκίνο, το εγκεφαλικό επεισόδιο και την κατά πλάκας σκλήρυνση στη διανοητική υστέρηση, τις ψυχώσεις και την αποασυλοποίηση, τη σύγχρονη επιστημονική έρευνα αλλά και το πολιτισμικό πλαίσιο των νόσων.
 
Ανάμεσά τους, ξεχώρισα δυο πολύ σημαντικές ταινίες:
  • Την παρουσίαση του «συνδρόμου μετατραυματικού στρες» [PTSD], μέσα από την ιστορική αναδίφηση ντοκουμέντων του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου [στη ιταλική μεσαίου μήκους ταινία «οι τρελοί του πολέμου –η παράνοια στα χαρακώματα»].[i]
  • Τις υπεράνθρωπες προσπάθειες ενός παλαιστίνιου ψυχολόγου να «καλύψει» με τεχνικές «χαλάρωσης» τις τρομακτικές ψυχοπαθολογικές επιπτώσεις του πολέμου και του εμφύλιου σπαραγμού στη Γάζα, μέσα στο πλαίσιο μιας φονταμενταλιστικής περιρρέουσας ατμόσφαιρας που προσθέτει και τα δικά της προβλήματα [στην σουηδική μεγάλου μήκους ταινία «ο νεαρός Φρόυντ στη Γάζα»].
 
Προετοιμάζοντας το φεστιβάλ, η Λουκία Ρικάκη έγραφε : «[Το Φεστιβάλ] είναι μια μοναδική ευκαιρία να εξετάσουμε μέσα από την τέχνη του κινηματογράφου τα σημαντικά ζητήματα της ύπαρξης, της υγείας, της ζωής και του θανάτου. Της αλυσίδας δηλαδή της ζωής του ανθρώπου στη γη».
  • Ο Bergman πλειοδοτούσε από πολύ παλιά: «Καμιά μορφή τέχνης δεν πάει τόσο πέραν της κανονικής συνειδητότητας, τόσο κατ’ ευθείαν στις συγκινήσεις μας, τόσο βαθειά στο θαμποχάραμα της ψυχής», όσο το κινηματογραφικό φιλμ. [Ingmar Bergman .The magic Lantern: an autobiography. Hamish Hamilton 1988].
 
Η Λουκία Ρικάκη σημείωνε ακόμα πως έβλεπε το Φεστιβάλ ως «ευκαιρία για ένα στοχαστικό βλέμμα μέσα από ταινίες που θα προβληματίσουν, θα προκαλέσουν έντονο διάλογο και θα συμβάλουν έτσι στο συλλογισμό μας».
  • Ό,τι ακριβώς έγινε.
  • Ό,τι ακριβώς ξαναέγινε και
  • στο 2o Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογραφικών Ταινιών με Θέματα Υγείας Κως, 1-6 Σεπτεμβρίου 2010
 
Στο πέρας του 2ου Φεστιβάλ, όταν πια βιώναμε έντονα  τη χρεωκοπία μας που κιόλας είχε αρχίσει έγραφα στο περιοδικό Σύναψις:
  • Τώρα τελευταία ακούγεται από πολλές μεριές πως ο πολιτισμός όχι μόνο δεν πρέπει να είναι δευτερεύουσα έγνοια σε τούτη την αντίξοη εποχή της οικονομικής και δομικής κρίσης που μας μαστίζει, αλλά αντίθετα μπορεί και πρέπει να γίνει ένα «αντίδοτο στα τοξικά της αποτελέσματα».[ii] Ιδίως μάλιστα, όταν αρχίζουν πλέον να κάνουν την εμφάνισή τους και νέες μορφές ψυχικής οδύνης που βλέπουμε σε πληθυσμούς εκτεθειμένους σε ποικίλες συνθήκες εργασιακής αβεβαιότητας και επισφάλειας.[iii] Ε, λοιπόν, ο πολιτισμός μπορεί να δράσει και θεραπευτικά… Όχι γιατί τάχα με την τέχνη «ξεφεύγουμε» από την πραγματικότητα, αλλά γιατί η τέχνη μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε την πραγματικότητα διαφορετικά κι ίσως έτσι σταθούμε απέναντί της κριτικά, αντί να της παραδοθούμε μοιρολατρικά.
 
  • Όπως, για παράδειγμα, όταν βλέπουμε ταινίες
o   σαν το Κουρδιστό Πορτοκάλι (1971) του Κιούμπρικ, μια παβλοφικής έμπνευσης σπουδή πάνω στη βία, των συμμοριών, αλλά και του σωφρονιστικού συστήματος.
o   σαν το Κύμα (2008) του Gansel, την πιο πρόσφατη η αναφορά στον κοινωνικό μπηχεβιορισμό του Skinner που είδαμε,προβληματίζοντάς μας γύρω από τα αποτελέσματα κάποιων «ριζοσπαστικών» μεθόδων εκπαίδευσης που ενσταλάζουν ναζιστικές ιδέες και συμπεριφορές.
o   Αντίθετα δηλαδή προς ό,τι συμβαίνει στην ταινία Τα παιδιά της χορωδίας (2004) του Barratier. Εδώ, ο άνεργος δάσκαλος μουσικής που έρχεται να εργαστεί ως επόπτης σε σχολείο της Γαλλίας του 1949, όπου έχουν συγκεντρωθεί  για «σωφρονισμό» παιδιά και έφηβοι, αρνείται να συνεχίσει την παιδευτική θεωρία (δράση – αντίδραση) και πράξη (ξυλοδαρμοί και  απομόνωση) που βρίσκει εκεί. Θα τα προσπεράσει, όπως και την βιαιότητα των ίδιων των παιδιών, με τη μουσική, τη δημιουργία μιας χορωδίας που αλλάζει ολόκληρη την ατμόσφαιρα του σχολείου.
 
Διαφαίνεται κιόλας η κατοπτρική σχέση ανάμεσα στην ψυχιατρική και τον κινηματογράφο. Ας το δούμε αναλυτικότερα μέσα από το θεωρητικό επίπεδο των σχετικών αναπαραστάσεων.
Η υγεία και η αρρώστια, τόσο η σωματική όσο και η ψυχική, αποτελούσαν πάντοτε προνομιακά αντικείμενα για τη μελέτη των κοινωνικών αναπαραστάσεων καθώς, τόσο η υγεία όσο και η αρρώστια, δεν παραπέμπουν μόνο στη βιολογία και τον ψυχισμό, αλλά και σε αξιακά φορτισμένες έννοιες, δηλαδή στις σχέσεις που αναπτύσσουν κάθε φορά τα άτομα με την κοινωνία. Γι’ αυτό και οι κοινωνιολόγοι θεωρούν πως οι αντιλήψεις για την υγεία αποτελούν τα πλέον κατάλληλα «μέσα για να προσεγγίσουμε τη σημασία που τα άτομα δίνουν στις συμπεριφορές και τις κοινωνικές τους πρακτικές».[iv] Μέσα από αυτές θα μάθουμε για τις απλοϊκές αντιλήψεις περί υγείας και νόσου, αλλά και για τον τρόπο που διαχέονται και κυκλοφορούν οι επιστημονικές γνώσεις μέσα στην κοινότητα.
Πρόκειται για στάσεις που τροφοδοτούσαν τις κοινωνικές αναπαραστάσεις της «τρέλας» πριν ακόμα αναπτυχθεί η ψυχιατρική: δεν υπάρχει στον κόσμο κουλτούρα που να μην έχει κάποια αναπαράσταση για την τρέλα, «ενώ υπάρχουν κουλτούρες που στερούνται αυτού που ονομάζουμε ψυχιατρική, την ιατρική ειδικότητα που αναδύθηκε στους κόλπους της σύγχρονης ιατρικής. Σήμερα, οι αναπαραστάσεις αφορούν τόσο την ψυχική νόσο όσο και την ίδια την ψυχιατρική.
H ανησυχία που προκαλούσε πάντοτε στο κοινωνικό σώμα κάθε τι σχετικό με τον ψυχισμό και την ψυχική νόσο, διατρέχει ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία, τροφοδοτώντας πάντα τη συλλογική στάση έναντι του «τρελού»: θεϊκής προέλευσης ή καταραμένος, ενταγμένος στην κοινωνία ή απόκληρος, ο ψυχικά διαταραγμένος δεν έπαψε να θεωρείται πως είναι έξω από κάθε νόρμα, άρρωστος έστω, αλλά όχι σαν τους άλλους.
Οι αναπαραστάσεις θεωρούνται και ως πηγές απ’ όπου πηγάζουν οι στάσεις που βρίσκονται μεταξύ αναπαράστασης και συμπεριφοράς, επηρεάζονται από την ηλικία, το φύλο, την κοινωνικο-επαγγελματική ένταξη, τους εθνο-πολιτισμικούς παράγοντες, τη θρησκευτικότητα, την εγγύτητα προς στον άρρωστο, και τροποποιούνται είτε αυτόματα, μέσα από τη γενικότερη εξέλιξη μιας κοινωνίας, είτε μέσα από στρατηγικές, παιδαγωγικής κυρίως στόχευσης.[v]
Μέσα από τις αναπαραστάσεις και τις στάσεις θα μάθουμε και για ορισμένες πτυχές του «στιγματισμού»· ποικίλα τα νοσήματα που πήραν διαδοχικά τον χαρακτήρα «στίγματος». Στον 20ο αιώνα ο καρκίνος πήρε τη θέση της φυματίωσης, ενώ το AIDS, παίρνοντας τη θέση της σύφιλης, επανέφερε έντονα στο προσκήνιο την έννοια της ενοχής. Έτσι κι αλλιώς, «στιγματίζονταν» ορατές ή μη διαταραχές που τις θεωρούσαν ανυπόληπτες και εξευτελιστικές. Στη δεκαετία μάλιστα του ’60, η έννοια του στίγματος θα χρησιμοποιηθεί ευρύτερα και θα αποδοθεί σε φυσικές αναπηρίες ή σε χρόνιες εκφυλιστικές καταστάσεις.
Αναμφίβολα, η πλέον στιγματισμένη μεταξύ των νόσων είναι η ψυχική νόσος. Ακόμα και στην αρχή της δεκαετίας του ’80, έθεταν την ψυχική νόσο στην ίδια «σειρά» με την τοξικομανία, την πορνεία και την εγκληματικότητα.[vi] Αρχίζουμε, βέβαια, να διακρίνουμε και πιο εφεκτικές θέσεις, ουδέτερες ή και θετικές ακόμη, έναντι αυτής, όχι μόνο εκεί που από καιρό είχαν αναληφθεί σχετικές πρωτοβουλίες, αλλά και στη χώρα μας που με καθυστέρηση ακολούθησε.[vii]
Δεν περνάει απαρατήρητο ότι οι κοινωνικές αναπαραστάσεις κυκλοφορούν σήμερα, κυρίως μέσα από τα media και τον κινηματογράφο. Διπλή η όψη των πραγμάτων:
  • από τη μια, η αρνητική μηντιοκρατία των τελευταίων χρόνων που παραχαράσσει τη δημοκρατία, από την άλλη η λειτουργία της ενημέρωσης που όλοι έχουμε ανάγκη, αλλά και η συμμετοχή των ΜΜΕ στη προώθηση του αποστιγματισμού της ψυχικής νόσου,
  • από τη μια θαυμάσιες κινηματογραφικές ταινίες που σέβονται την ψυχική δυναμική, από την άλλη οι σύγχρονες ταινίες με τίτλους παραποιημένους, όπως «Ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι», κι απ’ ανάμεσα, ταινίες που καταγγέλλουν τον εγκλεισμό, όπως «Η φωλιά του κούκου».
  • Λίαν χαρακτηριστικά, βέβαια, τα πολύ γνωστά στερεότυπα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου για την τρέλα και τον ψυχίατρο. Σε κάθε περίπτωση, είτε αρτιότητα είτε απλοϊκότητα και προβολή ιδεολογημάτων που ξεκινούν από την ίδια απλουστευτική αφετηρία για να χρωματίσουν αρνητικά πότε τον άρρωστο, πότε τον γιατρό. Είναι προφανές πως ο υποτιμητικός χαρακτήρας της εικόνας της ψυχιατρικής ενισχύεται από τη δράση των μέσων, όταν αυτά είναι προσανατολισμένα προς τον εντυπωσιασμό και όχι την ευαισθητοποίηση ή έστω την απλή πληροφόρηση για την υγεία και τα ψυχικά νοσήματα.
Τα τελευταία χρόνια, καθώς η υγεία βρίσκεται ολοένα και περισσότερο στο επίκεντρο του κοινωνικού ενδιαφέροντος, καθώς ταυτόχρονα αυξάνει ο άκρατος τεχνοκρατισμός στην ιατρική, γινόμαστε μάρτυρες των υπερβολών που αντανακλώνται στον ιδιάζοντα διχασμό τηςτρέχουσας αναπαράστασης της ιατρικής στη χώρα μας: από την μια προβάλλεται η φόβος της επιστημονικής ιατρικής [«κάνει πειράματα»] κιαπό την άλλη η απαίτηση να θεραπεύσει τα πάντα. Βρισκόμαστε ήδη μπροστά στις συνέπειες των υπερβολών: η υπερφίαλη προβολή του πιο τεχνοκρατικού μοντέλου της ιατρικής αρχίζει να οδηγεί είτε στη στροφή του ενδιαφέροντος  προς τις λεγόμενες εναλλακτικές (κάποιοι λένε συμπληρωματικές) ιατρικές, είτε στη διεκδίκηση της «αθανασίας» εδώ και τώρα, γεγονός που δεν αφήνει κανένα περιθώριο για το ανίατο και τον θάνατο. Εντός ενός γενικευμένου, διάχυτου κλίματος κοινωνικής ανομίας, η καταφυγή στη δικαιοσύνη για κάθε περίπτωση ιατρικής αποτυχίας να αποτραπεί το «μοιραίο», αρχίζει να γίνεται περισσότερο ο κανόνας παρά η εξαίρεση.
Ανάλογα είναι και όσα αφορούν στη ψυχική υγεία. Βρισκόμαστε μπροστά σε δύο «εικόνες»:
  • μια παλιά που φοβίζει, καθώς αναφέρεται σε μια ψυχιατρική που εγκλείει, που απλώς φαρμακώνει –αρχαϊκή αναπαράσταση δεμένη με τον 19ο αιώνα, που την υποστηρίζει ο ασύνειδος φόβος της τρέλας– και
  • μια καινούργια που διαχέεται κυρίως από τα ΜΜΕ και αναφέρεται σε μια ψυχιατρική που είναι ικανή για τα πάντα, να ανακουφίσει, δηλαδή, όχι μόνο από την ψυχική νόσο αλλά και από κάθε σύγχρονη κοινωνική δυσφορία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ψυχιατρική κινδυνεύει να χάσει την ιδιαιτερότητά της, καθώς η κοινωνία αναμένει και πάλι από αυτή να φροντίσει τις δυσπροσάρμοστες συμπεριφορές χωρίς διάκριση μεταξύ κοινωνικών φαινομένων και ψυχιατρικής νόσου, ή έστω υπαρξιακής οδύνης.
 
Οι αναπαραστάσεις των «ψυχικών νόσων» παράγουν φόβο,
κατά συνέπεια έλλειψη ανοχής και αποκλεισμό.
Το τίμημα για τους ασθενείς είναι η ντροπή,
η καθυστέρηση στην παροχή φροντίδων,
οι δυσκολίες στην επανένταξη.
 Edouard Zarifian, 1994 [viii]