ecofilms, μια γιορτή χωρίς περιτύλιγμα

ecofilms, μια γιορτή χωρίς περιτύλιγμα

«Επιστροφή στην ουσία» προτείνει η Λουκία Ρικάκη, με την ιδιότητα της Καλλιτεχνικής Διευθύντριας τόσο του καταξιωμένου πλέον Ecofilms της Ρόδου, όσο και του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου για Θέματα Υγείας «Ιπποκράτης» της Κω, που διοργανώνεται φέτος για δεύτερη χρονιά. Τη συναντήσαμε σε μια δροσερή βεράντα στα Ιλίσια και μιλήσαμε μαζί της για τις δυσκολίες, τις εκπλήξεις και τη συγκίνηση που κρύβει το στήσιμο ενός κινηματογραφικού φεστιβάλ.
της Ειρήνης Κατσουνάκη

Πώς επαναπροσδιορίζεται, κατά τη γνώμη σας, o ρόλος και η δυναμική ενός κινηματογραφικού φεστιβάλ στη σύγχρονη κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική συγκυρία;

Από τη δεκάχρονη εμπειρία μου στο Ecofilms, αλλά και τη συνεργασία μου με μεγάλα διεθνή φεστιβάλ, όπως αυτά της Θεσσαλονίκης, του Ντουμπάι και του Σεράγιεβο, μπορώ να πω πως τα πράγματα έχουν σίγουρα εξελιχθεί, με διάφορους τρόπους. Το μοντέλο που επέλεξα να υπηρετήσω εγώ, όχι γιατί προέβλεψα πως θα ερχόταν μια οικονομική κρίση, αλλά γιατί πραγματικά με ενδιέφερε, απαντάει σε ένα γενικότερο κοινωνικό αίτημα για επιστροφή στην ουσία των πραγμάτων. Και πώς μια εκδήλωση προσανατολίζεται εκεί; Απεκδυόμενη τα «κόκκινα χαλιά» και τη λάμψη⋅ μ’ άλλα λόγια, το περιτύλιγμα. Εμείς, και λόγω θεματικής –δεν μπορείς να κάνεις ένα φεστιβάλ για την οικολογία ή την υγεία και να αναπαράγεις αυτό το ύφος, δεν είσαι συνεπής με το ιδεολογικό μέρος της ιστορίας– και λόγω περιεχομένου –οι ταινίες που φιλοξενούμε, αποκαλύπτουν μια διαφορετική οπτική πάνω στη ζωή, έχουν να κάνουν με ό,τι πιο απτό και αληθινό–, οδηγηθήκαμε σε λύσεις που προσεγγίζουν περισσότερο την ουσία. Κι έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα, νομίζω πως αυτό είναι και το μόνο βιώσιμο μοντέλο για τέτοιου είδους εκδηλώσεις.

Εννοείτε... οικονομικά;

Οικονομικά, ναι –ο συνολικός προϋπολογισμός και των δύο φεστιβάλ δεν ξεπερνάει τις 190.000 ευρώ⋅ στη Ρόδο, ένα μικρό μέρος το δίνει το Υπουργείο Πολιτισμού και τα υπόλοιπα ο Δήμος και η Νομαρχία⋅ στην Κω, μόνο ο Δήμος, η Νομαρχία και κάποιοι χορηγοί–, αλλά όχι μόνο. Το ερώτημα είναι «γιατί θέλω να κάνω αυτό το πράγμα, τι θέλω να προτείνω». Τι παίρνεις από την κοινωνία και τι γυρίζεις πίσω. Σ’ αυτό το μοντέλο, όλα τα ζητήματα που πρέπει να διαχειριστεί ένας οργανωτικός φορέας, είναι εντελώς διαφορετικού τύπου⋅ μπορεί να μεταφράζονται σε χρήματα, αλλά, εν τέλει, είναι πολύ πιο απαιτητικά: πώς, για παράδειγμα, θα καταφέρεις να δημιουργήσεις ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο οι ταινίες θα μπορέσουν να συνδιαλεχθούν εύφορα, τόσο μεταξύ τους όσο και με το κοινό.

Θεωρείτε πως έχει αλλάξει, αντιστοίχως, και ο ρόλος του θεατή;

Πάρα πολύ. Μία από τις πολλές πλάνες που έχουμε πιπιλήσει, χωρίς καμία αντίσταση, είναι πως το κοινό δεν καταλαβαίνει, θέλει να καταναλώνει μόνο τις ψεύτικες κατασκευές της τηλεόρασης⋅ ίσως, τελικά, γιατί ένα τέτοιο αποχαυνωμένο κοινό, που καταναλώνει οτιδήποτε του σερβίρεις, εξυπηρετεί πολλά συμφέροντα. Εγώ, πάλι, ενστικτωδώς, πίστεψα πως, αν αρχίσεις να σερβίρεις ένα διαφορετικό μενού, μια άλλου είδους ποιότητα, ο κόσμος θα ανταποκριθεί. Και δικαιώθηκα. Θ’ αναφέρω ένα χαρακτηριστικό περιστατικό: πριν από μερικά χρόνια, προγραμμάτισα στην prime time ζώνη προβολών του Ecofilms, ένα κάθε άλλο παρά εύπεπτο ντοκιμαντέρ-φιλοσοφικό δοκίμιο του Ελβετού Franz Reichle, με τίτλο Monte Grande: Τι είναι η ζωή. Όλοι (ακόμα και ο ίδιος ο σκηνοθέτης που, όταν μπήκαμε στην κατάμεστη από θεατές αίθουσα, επέμενε πως είχαμε μπει σε... λάθος προβολή!) μου έλεγαν πως η επιλογή μου ήταν τουλάχιστον αυτοκτονική. Αυτή η ταινία πήρε τελικά το βραβείο κοινού. Πιστεύω ανεπιφύλακτα πως ο θεατής εκπαιδεύεται μαζί με μια διοργάνωση και, στη συνέχεια, είναι αυτός ο οποίος σε «ελέγχει», ανεβάζοντας τον πήχη των επιλογών σου.

Η απόφασή σας να δραστηριοποιηθείτε στην ελληνική περιφέρεια ήταν στρατηγική κίνηση ή πολιτική πράξη;

Μ’ αρέσει πάρα πολύ η ελληνική περιφέρεια⋅ αισθάνομαι πως εκεί συντελείται κάτι ξεχωριστό, πως υπάρχει μια διαφορετική ποιότητα ανθρώπινης επαφής. Αυτό το είχα ζήσει πρώτα ως καλλιτέχνις, όταν χρειάστηκε να ταξιδέψω εκεί για να παρουσιάσω τις ταινίες μου, και με συγκινούσε ανέκαθεν πάρα πολύ. Στην αρχή, λοιπόν, για να πω την αλήθεια, οι λόγοι ήταν κυρίως συναισθηματικοί. Το στρατηγικό κομμάτι υπήρχε στην επιλογή του χώρου και του χρόνου: ήθελα να συνδυάσω το τερπνό με το ωφέλιμο. Έπρεπε, δηλαδή, πρώτον να είναι ένα μέρος που θα είχε τις κατάλληλες υποδομές για να δεχτεί μια τέτοια διοργάνωση, και, δεύτερον –εδώ ήμουν ανυποχώρητη–, να γίνει μια περίοδο που θα έδινε τη δυνατότητα στον επισκέπτη να χαλαρώσει και να χαρεί όχι μόνο τις ταινίες, αλλά και τον τόπο στον οποίο βρίσκεται, ένα υπέροχο κομμάτι Ελλάδας. Το πόσο βαθιά πολιτική πράξη ήταν τελικά αυτή η απόφαση, δεν το συνειδητοποίησα παρά μόνο στην πορεία.

Δε θα ήταν, όμως, πιο εύκολα τα πράγματα σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο;

Όχι⋅ μάλλον το αντίθετο. Στα αστικά κέντρα είναι πολύ δύσκολο να δημιουργήσεις έναν πυρήνα. Στην Κω, για παράδειγμα, πρότεινα στον Δήμαρχο να κάνουμε τις συνεντεύξεις Τύπου στην κεντρική πλατεία της πόλης, δίπλα στην αρχαία αγορά. Το πείραμα πέτυχε, και επί δύο ώρες η κεντρική πλατεία μετατρεπόταν αυθόρμητα σε τόπο ώσμωσης και επικοινωνίας. Πόσο εφικτό θα ήταν κάτι τέτοιο στην αντίστοιχη πλατεία μιας μεγαλούπολης;

Πώς προέκυψε, αλήθεια, η ιδέα ενός διεθνούς φεστιβάλ για θέματα υγείας; Η φετινή διοργάνωση θα φιλοξενήσει πάνω από εκατό ταινίες. Περιμένατε ότι θα βρισκόσαστε απέναντι σ’ έναν τέτοιο όγκο παραγωγής;

Προέκυψε όταν, πριν από αρκετό καιρό, ανέλαβα να γυρίσω για λογαριασμό μιας φαρμακευτικής και μιας διαφημιστικής εταιρείας μια καμπάνια με θέμα τον παιδικό εμβολιασμό. Στην έρευνα που έκανα, έψαξα να βρω ένα φεστιβάλ με ανάλογη θεματολογία και ανακάλυψα πως δεν υπήρχε. Στην αρχή απευθύνθηκα στη διαφημιστική και όταν αυτό το σχέδιο ναυάγησε – η εταιρεία είχε κάτι εντελώς διαφορετικό στο μυαλό της από αυτό που είχα εγώ – έκανα την πρόταση στον δήμαρχο της Κω, τον κ. Γιώργο Κυρίτση, που ανταποκρίθηκε αμέσως. Το ότι πρόκειται για τη μοναδική ανάλογη εκδήλωση στον κόσμο, έπαιξε φυσικά πολύ μεγάλο ρόλο στην άμεση αποδοχή της από την ιατρική κοινότητα. Όσον αφορά τώρα στον αριθμό των ταινιών, πέρυσι στριμώχτηκα αρκετά, φέτος όμως η προσφορά ήταν πολύ μεγάλη. Δεν μπορείς ποτέ να ξέρεις σε αυτές τις περιπτώσεις, καθώς η θεματική μπορεί να σε περιορίσει πολύ.

Πόσο επηρεάζει τις επιλογές σας στο πρόγραμμα των δύο φεστιβάλ το γεγονός ότι είστε και η ίδια σκηνοθέτις;

Συναισθηματικά είμαι πολύ ευάλωτη, δοκιμάζομαι πραγματικά όταν πρέπει να κόψω μια ταινία. Νομίζω πως, υπό αυτήν την έννοια, είμαι ο χειρότερος καλλιτεχνικός διευθυντής που υπάρχει γιατί τους αντιμετωπίζω όλους με φοβερή τρυφερότητα. Αυτό είναι και το μόνιμο παράπονο των συνεργατών μου: «η Λουκία δεν μπορεί να κόψει»!

Υπάρχουν, ωστόσο, κάποιες θεματικές ή αισθητικές κατευθύνσεις που απορρίπτονται εκ προοιμίου;

Ναι, ασφαλώς. Τα «talking heads» της τηλεόρασης ή παραγωγές που δεν έχουν καμία αισθητική αναζήτηση, εκτός και αν υπάρχει από πίσω ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα. Είναι αλήθεια πως προσωπικά είμαι πολύ μεγάλος λάτρης της φόρμας και σε αυτήν την περίπτωση ενδεχομένως να αδικώ κάποιους. Πιστεύω, όμως, πως πρέπει να προσφέρεις βήμα και σε τέτοιες δημιουργίες, καθώς είναι ένας καλλιτεχνικός χώρος κατά κάποιον
τρόπο «άστεγος».

Κι αν σας ζητούσα να επιλέξετε «εν θερμώ» κάποιες από τις ταινίες του επερχόμενου Ecofilms;

Ένα από τα ζητήματα που πιστεύω πως θα απασχολήσουν πολύ την παγκόσμια κοινότητα στο μέλλον είναι ο συνεχής επαναπροσδιορισμός του δημόσιου χώρου και η διαχείρισή του. Στο φετινό Ecofilms φιλοξενούμε δύο εξαιρετικές ταινίες πάνω σε αυτό το θέμα, το The latent city από την Ινδία και το This moment is not the same από την Ελβετία. Πολύ σημαντική δουλειά είναι και το Eyes wide open-Exploring today’s South America, που σκιαγραφεί το σύγχρονο πολιτικό τοπίο της Λατινικής Αμερικής. Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει και το ντοκιμαντέρ The rainbow warriors of Waiheke island, ένα ρομαντικό πορτρέτο των πρωτοπόρων της Greenpeace, του πληρώματος δηλαδή του θρυλικού Rainbow Warrior. Σήμερα ζουν σε ένα μικρό νησί της Νέας Ζηλανδίας, στο περιθώριο της ιστορίας «οικολογική διαχείριση» – που έχει γίνει πλέον
πολύ της μόδας και βγάζει μέχρι και υπουργούς, για να μην ξεχνιόμαστε – διατηρώντας όμως το «μάχιμο» χαρακτήρα τους. Βλέποντάς τους καταλαβαίνεις γιατί άνθρωποι ριζοσπάστες, ιδεολόγοι και ουτοπιστές όπως αυτοί δεν μπορούν να μείνουν στη διαχείριση των πραγμάτων. Το σύστημα δεν θέλει αυτήν την ποίηση στην πολιτική. Παραμένουν, ωστόσο, ποιητές της ζωής.

Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου & Εικαστικών Τεχνών Ρόδου Ecofilms 22-27 Ιουνίου 2010
www.ecofilms.gr

Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Κω για θέματα υγείας Ιπποκράτης 1-6 Σεπτεμβρίου 2010
www.healthfilmfestival.gr

Πηγή: Μοτέρ, τεύχος Ιουνίου 2010, σελ. 14-15