"Άλλοτε το γυμνό ήταν τόλμη": Η Λουκία Ρικάκη με αφορμή τον καταναλωτισμό του γυμνού

Τον Απρίλιο του 1998, με αφορμή την υπερπληθώρα γυμνών εξωφύλλων στα lifestyle περιοδικά (στο απόγειό τους εκείνη την εποχή), δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ ένα ρεπορτάζ της Παναγιώτας Μπίτσικα, με τίτλο «Πόσο κοστίζει η αφαίρεση του φύλλου συκής;». Η Λουκία Ρικάκη ήταν ανάμεσα στους καλλιτέχνες που συμμετείχαν στ ρεπορτάζ, με αφορμή την παράστασή της «Σουρεαλέρως». Για την αφίσα είχε χρησιμοποιήσει ένα γυμνό του 1920, με τον τον Ελυάρ μαζί με μια ολόγυμνη γυναίκα. «Το είχα κάνει ως σχόλιο», εξηγεί. «Η φωτογραφία ήταν του '20 με γυμνό που τότε σόκαρε. Σαν να έλεγα: "Κράτει, τότε το γυμνό ήταν τόλμη"».

Πόσο κοστίζει η αφαίρεση του φύλλου συκής;

της Παναγιώτας Μπίτσικα

«Το γυμνό δεν είναι αθώο. Ως καταναλωτικό αγαθό έχει την τιμή του, η οποία μάλιστα κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα αφού η υπερπροσφορά δεν έχει ακόμη κορέσει τη ζήτηση

»Το γυμνό πλέον δεν εκπλήσσει. Είναι με το... τσουβάλι παντού. Το γυμνό προκαλεί. Εκ φύσεως. Το γυμνό προκαλεί και ερωτήσεις. Εκ θέσεως. Ζητεί ο κόσμος το γυμνό στα εξώφυλλα των lifestyle περιοδικών ή το επιβάλλει η βιομηχανία του θεάματος; Τα γυμνά σώματα που φιγουράρουν πάνω τους έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους ότι είναι ευκαιρία για δόξα ή και σκαλί ανόδου στην καριέρα τους; Οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο ωραίο και στο φθηνό γυμνό πώς υψώνονται; Πού η τέχνη συναντά το γυμνό; Πόσο ασαφή είναι τα όρια ανάμεσα στην τέχνη και στην πορνογραφία;

»Το σώμα ως αντικείμενο του έρωτα ζει έξω από την ηδυπάθεια που επιβάλλουν οι εικόνες αναπαράστασής του. Τι άλλο από αναπαράσταση της φύσης τεχνηέντως είναι ο πολιτισμός; Που, μη καταφέρνοντας να την πλησιάσει, έφθασε να τη θυσιάσει στα κατά καιρούς κοινωνικά στερεότυπα. Ετσι έντυσε τις ενοχές μας με ρούχα για να γδύσει την απλότητα των γυμνών σωμάτων (το στριπτίζ στην υπηρεσία της ηθικής). Ισως γι' αυτό «κολλάει» το μάτι του θεατή πάνω στον εικονογραφικό ερωτισμό. Ισως γι' αυτό μας αρέσει το γυμνό. Οταν η τεχνολογία δεν είχε σαρώσει τα πάντα, το γυμνό ήταν η έκφραση του «ωραίου» στην απόλυτη μορφή του ­ η τέχνη τόλμησε να το απενοχοποιήσει. Σήμερα, που η απόσταση από ό,τι φυσικό είναι μεγάλη, το γυμνό γίνεται όχημα να δούμε τον εαυτό μας χωρίς τα επίκτητα ψιμύθια της ένδυσης. Ισως επειδή μας αρέσει το γυμνό γέμισε το μάτι μας με κρεμασμένα από το μανταλάκι γυμνά σώματα. Το θέμα είναι ότι πολύ συχνά πια μπερδεύουμε το περίπτερο με μπουτίκ και το σώμα με πατρόν αυτοϊκανοποιούμενου Εγώ. Οι περιοδικατζήδες επενδύουν στο δαιμόνιο του «κοίτα, κάποιος γδύνεται», οι γαργαλιστικές εκδοχές του πιν απ (ακόμη και όταν δεν είναι) εκτίθενται για να περπατήσουν στο σόου μπιζ, οι καταναλωτές της βιομηχανίας του γυμνού γίνονται θεατές τού «τα πέταξε όλα», χωρίς καν το αισθησιακό και αισθητικό περίβλημα.

[...]

»Η κουλτούρα του ηδονοβλεψία

»Ο αισθησιασμός και η ανάδειξη του ωραίου γίνονται συχνά σημείο αναφοράς για την ποιότητα του γυμνού, για τη διαφορά του από την αγοραία μορφή του. Μπορείς όμως να μιλάς για κάτι το Ωραίο όταν επιχειρείς να στρέψεις την προσοχή διά του θέματος; Την προσοχή στα περιοδικά μέσω των εξωφύλλων, την προσοχή στον πίνακα μέσω του θέματος και όχι της τεχνικής βεβαίως. Ο Καντ στην «Κριτική της κριτικής ικανότητας» και πιο συγκεκριμένα στην Τρίτη Κριτική, που την έφεραν στο προσκήνιο οι μεταμοντέρνοι, σημείωνε ότι το Ωραίο δεν μπορεί να κρύβει ενδιαφέρον και συμφέρον. «Σε περιοδικά ή σε μια έκθεση φωτογραφιών που πραγματεύονται γυμνά το ζητούμενο είναι το θέμα των φωτογραφιών και όχι οι ίδιες οι φωτογραφίες. Επομένως, δεν μπορούμε να μιλάμε για Ωραίο αλλά για επιθυμία και διέγερση» επισημαίνει ο κοινωνιολόγος και πανεπιστημιακός κ. Σκαρπέλος.

»Οι κατασκευαστές λαϊκών εικόνων έχουν κατά καιρούς «λεηλατήσει» τις καλές τέχνες για να βρουν στήριγμα στην προώθηση ηδονοβλεπτικής διάθεσης. Βεβαίως, ο κινηματογράφος κατάφερε να εξωτερικεύσει καλύτερα αυτό που «αποτελεί το πιο βαθιά προσωπικό κομμάτι του εαυτού μας». «Σήμερα που έχεις τη δυνατότητα να δεις σε χιλιάδες εκδοχές το γυμνό, η τόλμη είναι να μην κάνεις το γυμνό φάτσα κάρτα, να μην το αναπαράγεις σε φθηνή μορφή. Η αισθητική και η χρήση του κάνουν τη διαφορά» υποστηρίζει η σκηνοθέτις Λουκία Ρικάκη.

Μέσα από τις εφαρμογές στη δουλειά της το έχει επιβεβαιώσει και η ίδια. Στη θεατρική παράστασή της «Σουρεαλέρως» είχε βγάλει μια αφίσα με γυμνό του 1920 που έδειχνε τον Ελυάρ με μια ολόγυμνη γυναίκα δίπλα του. Στην παράσταση το γυμνό ήταν περιορισμένο και κυριαρχούσε περισσότερο το υπονοούμενο. «Θεατές, μετά το τέλος της παράστασης, μου είπαν ότι ήρθαμε και επηρεασμένοι από την αφίσα αλλά το ευχαριστηθήκαμε που δεν είχε τόσο γυμνό». Η επιλογή της αφίσας, όμως, ήταν ένας τρόπος προσέλκυσης του κόσμου με αναφορά στο γυμνό; Η κυρία Ρικάκη σκέφτεται για λίγο και μου απαντά: «Δεν ξέρω αν ήταν σωστή η επιλογή. Ακουσα αρνητικά σχόλια. Το είχα κάνει ως σχόλιο. Η φωτογραφία ήταν του '20 με γυμνό που τότε σόκαρε. Σαν να έλεγα: "Κράτει, τότε το γυμνό ήταν τόλμη"».

Νέοι ηθοποιοί και σκηνοθέτες, στο θέατρο και στον κινηματογράφο, «άγγιξαν» το γυμνό σε ρόλους που υποδύθηκαν ή σε έργα που ανέβασαν. Η πρόκληση που εμπεριέχει το γυμνό μπορεί να αποβεί παγίδα για όσους το χρησιμοποιούν σαν σκαλί ανάδειξης και μένουν εκεί. Ο κίνδυνος ενυπάρχει και επαφίεται στη διάθεση και στη φιλοσοφία του καθενός να μην καπελωθεί. Πρόσφατα στον εξώστη του «Αμόρε» ανέβηκε το έργο του Μάικλ Ρέιβενχιλ «Shopping and fucking» σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου. Αρκετοί θεώρησαν ότι ήταν πρόκληση για την πρόκληση. «Δεν είχαμε σκοπό να σοκάρουμε. Θέλαμε να προβληματίσουμε με την έννοια "γιατί σοκάρεσαι βλέποντας ένα γυμνό σώμα;". Σοκαριστική ήταν η απλότητα του γυμνού» παρατηρεί ο 33χρονος σκηνοθέτης. «Είναι βλακεία για όποιον κάνει προμόσιον με γυμνό. Το γυμνό υπάρχει παντού. Ας βρούμε άλλους τρόπους προώθησης». Πάντως, πιστεύει ότι το γυμνό σχετίζεται με την αρχέγονη πλευρά του εαυτού μας, που τον βλέπουμε σε αντικατοπτρισμό μέσα από το γυμνό. Το ρούχο, η οποιαδήποτε αμφίεση, «είναι ένα είδος επίκτητης ταυτότητας». Το γυμνό μάς έλκει γιατί είναι «η πιο κοντινή επαφή με τη φύση μας».

Ολόκληρο το ρεπορτάζ εδώ: