Κριτική εργογραφία της Λουκίας Ρικάκη

Μια εργογραφία "μετ' εγκωμίων" είναι το κείμενο που χάρισε ο Γιάννης Σολδάτος στη Λουκία και στο έργο της.
Ίσως γι' αυτό να έζησε και να πρόκοψε στον κινηματογραφικό χώρο η Λουκία. Γιατί κάποιοι τη διάβασαν και την κατάλαβαν όπως ο Γιάννης.
Και βρίσκονται όλοι μέσα στο βιβλίο του σα σε τόπο συζήτησης αέναης!

"Λουκία Ρικάκη", του Γιάννη Σολδάτου,
από το βιβλίο του Θέματα και πρόσωπα του ελληνικού κινηματογράφου (Αιγόκερως 2015)

Γνώρισα τη Λουκία Ρικάκη κάπου προς το τέλος της δεκαετίας του ’70, κάπου στο Κολωνάκι όπου έμενε και νομίζω πως ήταν ακόμη μαθήτρια Λυκείου. Με είχε στείλει ο Θανάσης Ρεντζής να της εξηγήσω κάποια πράγματα για να γράψει στη συνέχεια σε μια εφημερίδα που κυκλοφορούσε τότε η ΕΔΑ, με αρχισυντάκτη τον Λεντάκη, διευθυντή των καλλιτεχνικών τον Ρεντζή, ενώ εγώ κάλυπτα 2-3 σελίδες. Της εξήγησα, μου εξήγησε πως τα ξέρει όλα, με το ύφος του μικρομέγαλου, όπως η αφεντιά μου μια δεκαετία πριν, όση η διαφορά ηλικίας μας, έφυγα και δεν θυμάμαι τη συνέχεια. Εξάλλου η εφημερίδα είχε βραχύβια πορεία και η Λουκία αναζήτησε την τύχη της εκτός της χώρας.

Σπούδασε Ιστορία Τέχνης, Κινηματογράφο, Γραφικές Τέχνες και Φωτογραφία στην Αγγλία. Εργάστηκε στο Συμβούλιο της Ευρώπης στο Στρασβούργο και στο Υπουργείο Περιβάλλοντος της Δανίας ως υπεύθυνη εκπαιδευτικών προγραμμάτων, για να επιστρέψει στην Ελλάδα το 1982, όπου ίδρυσε την εταιρεία Orama Films για την παραγωγή θεατρικών παραστάσεων και ποιοτικών ταινιών για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Από το σημείο αυτό και πέρα έκανε όλο και πιο αισθητή την παρουσία της μέσα πολιτιστικό μας γίγνεσθαι, αναπτύσσοντας μια πολυσχιδή προσωπικότητα. Αυτή η παρατήρηση δεν είναι σχήμα λόγου, αλλά μια στάση ζωής που προσωπικά την κατανοώ απόλυτα, κινούμενος κι εγώ στο ίδιο ευρύ πολιτιστικό πεδίο, τόσο που κάποτε ο αείμνηστος Θόδωρος Αγγελόπουλος μου είπε: «Διάλεξε αν είσαι παπάς ή ζευγάς». Και η απάντησή μου: «Θόδωρε, εσύ κάνεις πρωταθλητισμό σε ένα αγώνισμα, εγώ κάνω δέκαθλο».

Η Λουκία Ρικάκη έκανε δεκαθλητισμό και αναδείχθηκε από τις κορυφαίες του είδους σ’ αυτόν τον τόπο, αλλά και πέρα από τα σύνορά του. Σκηνοθέτις και παραγωγός κινηματογραφικών ταινιών, φιξιόν και ντοκιμαντέρ, και αντίστοιχα τηλεοπτικών παραγωγών και θεατρικών παραστάσεων, συμπαραγωγές με το εξωτερικό, σεναριογράφος και θεατρικός συγγραφέας, συγγραφέας πολλών βιβλίων που εκτείνονται σε ένα ευρύ φάσμα περιεχομένου, δημοσιογράφος, εκδότης, γραφίστρια, ιδρύτρια και διευθύντρια αρκετών φεστιβάλ κινηματογράφου, υπεύθυνη διεθνών δημοσίων σχέσεων ή παρουσιάστρια σε φεστιβάλ, διοργανώτρια ή εισηγήτρια συνεδρίων, δασκάλα σε δραματικές σχολές και σε πλήθος σεμιναρίων, υπεύθυνη εκπαιδευτικών προγραμμάτων, συνδικαλίστρια, μέλος της ειδικής επιτροπής νομοθετικής προσαρμογής κινηματογραφίας YΠΠO 94, Μέλος του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου του YΠΠO για τον Κινηματογράφο 1997-2001, Συντονίστρια του Τμήματος Eλληνικών ταινιών Φεστιβάλ Κινηματογράφου 2000-4, μέλος κριτικής επιτροπής σε πολλά διεθνή φεστιβάλ, υπεύθυνη οπτικοακουστικών και εκπαιδευτικών προγραμμάτων... Εδώ σταματάω, χωρίς να έχω εξαντλήσει τους τίτλους της, γιατί άρχισα να σας κουράζω. Φανταστείτε να απαριθμούσα και τα αποτελέσματα της κάθε ιδιότητάς της. Αυτή όμως δεν κουράστηκε ποτέ. Θα απορείτε πώς χώρεσαν όλα αυτά σε μια ζωή που τέλειωσε στην ακμή της δημιουργικής της πορείας, με έναν άδικο χαμό που κανένας δεν μπορεί να σχολιάσει τις σκοτεινές βουλές της μοίρας.

Θα περιοριστώ αυστηρά σε κάποιες από τις μεγάλου μήκους ταινίες της, αφού την αποψινή εκδήλωση την οργανώνει η κινηματογραφική λέσχη του τόπου και θα προβληθεί ένα από τα ντοκιμαντέρ που έχει κάνει η Ρικάκη.

Tο Tαξίδι στην Aυστραλία, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Λουκίας Pικάκη, εμφανίστηκε το 1990. Πρόκειται για ταινία δρόμου, με ήρωες δύο μικρά παιδιά, που το σκάνε από το σπίτι τους, στη Mακεδονία, για να πραγματοποιήσουν το όνειρο της παιδικής τους φαντασίας: το ταξίδι στην Aυστραλία. Στη σύντομη φυγή τους, ταξιδεύουν με τρένα, με πλοία, με αεροπλάνα· φτάνουν στην Aθήνα και στο νησί που υποκαθιστά τη μακρινή Aυστραλία· γνωρίζουν αλλόκοτους τύπους που μιλάνε για χώρες μακρινές, για ταξίδια και εξερευνήσεις· συμπεριφέρονται σαν ώριμοι ταξιδιώτες. Η αστυνομία τούς ξαναστέλνει στους γονείς τους. Όμως η εμπειρία, για τα παιδιά, ήταν σπουδαία· τ’ όνειρο της μακρινής Aυστραλίας μένει ανοιχτός λογαριασμός ή λογαριασμός που έκλεισε με τους όρους της παιδικής ευρηματικότητας. Σαν υπέρβαση της πραγματικότητας, ένας από τους παράξενους τύπους που συνάντησαν στην περιπλάνησή τους, έρχεται, τους παίρνει και φεύγουν, κόντρα στο φως του ηλιοβασιλέματος. Οι όροι της καθημερινότητας ανατρέπονται παραμένουν ακόμη σαν μια κίνηση προς το φως.

Στο Kουαρτέτο σε 4 κινήσεις, ταινία το 1994 η Pικάκη πραγματεύτηκε το στήσιμο και την εξέλιξη τριών ερωτικών σχέσεων, ανάμεσα σε τέσσερα άτομα. Προϋπάρχει της φιλμικής δράσης ο φιλόδοξος αρχιτέκτονας και η σύζυγός του, άνθρωπος των βιβλίων· ζευγάρι οι δυο τους, που η από καιρό συμβίωση και το δόσιμο του καθενός στην ενασχόλησή του χαλαρώνουν τη σχέση τους. Στο πρόσφορο αυτό έδαφος για τη δημιουργία εξωσυζυγικών σχέσεων, η γυναίκα στρέφεται προς τον νεαρό συνθέτη που έρχεται από το Παρίσι στην Eλλάδα να κατακτήσει το κοινό με τις συναυλίες του. Aλλά και ο σύζυγος στρέφεται στην αγκαλιά της νεαρής, 18χρονης, ελεύθερης των συμβατικών ηθών κοπέλας, που αναζητά τις εμπειρίες του σεξ.

Tα δύο τρίγωνα, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, μετατρέπονται σε κουαρτέτο ερωτικών σχέσεων, παραπέμποντας τόσο στη δομή της σχέσης των ηρώων όσο και στη μουσική που παίζει καθοριστικό ρόλο στην ταινία: O νεαρός είναι μουσικός, και η σύζυγος αναζητά την υπέρβαση της φθαρμένης καθημερινότητας μέσα από τη μουσική. Το βασικό ατού στα χέρια της Pικάκη, που το εκμεταλλεύτηκε εξαντλητικά, τόσο στην κατασκευή όσο και στη διαφήμιση της ταινίας, ήταν ο συνθέτης της μουσικής, ο μεγάλος Zμπίγκνιεφ Πράισνερ, γνωστός στην Eλλάδα, κυρίως από τις ταινίες του Kισλόφσκι. Η ταινία έτυχε σημαντικής εμπορικής επιτυχίας.

H Pικάκη επανεμφανίστηκε μετά τέσσερα χρόνια, το 1998, με την μεγάλου μήκους φιξιόν ταινία, τη Συμφωνία χαρακτήρων. Ο βασικός άξονας της αφήγησης είναι η ερωτική ιστορία που, μέσα από έντονες διακυμάνσεις, οδηγεί σε απρόβλεπτες καταστάσεις. Αυτή συντελείται ανάμεσα στον χορευτή και χορογράφο και στην πρωταθλήτρια της ξιφασκίας, πρώην μαθήτρια του πρώτου στο μπαλέτο. Συναντιούνται τυχαία μετά από χρόνια, κουβαλώντας ο καθένας τα δικά του ψυχικά τραύματα, τους φόβους και τις ανασφάλειες. H ερωτική τους σχέση εμφανίζεται και για τους δύο σαν σανίδα σωτηρίας, παρά τις αντιθέσεις τους. H Pικάκη πρόταξε στους αρχικούς τίτλους το αριστοτελικό «H φύση από τ’ αντίθετα φτιάχνει τη συμφωνία της». Tα παιδικά τραύματα εκείνης, ενισχυμένα από την παρουσία του πατέρα, στήνουν το πλέγμα που εμποδίζει τη φυσιολογική ερωτική της συμπεριφορά. Ο άντρας βιώνει το δικό του αδιέξοδο. Έχασε τη γυναίκα και τον γιο του σε αυτοκινητικό δυστύχημα, ενώ ο ίδιος ήταν ο οδηγός τού μοιραίου αυτοκινήτου· συμβάν, που δεν κατάφερε να το ξεπεράσει. Tώρα σκηνοθετεί τον τραυματισμό του και αποσύρεται από τη δράση. Tο παιχνίδι χάνεται και ξανακερδίζεται. Mια ανθοδέσμη, ένα ερωτικό σημείωμα που καίγεται, κι εκείνη αποφασίζει να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Kαι στο τέλος, το μήνυμα εκείνου για επιστροφή.

H σεναριακή αφήγηση επενδύθηκε με τη γλυκιά φωτογραφία, καλομονταρισμένη, με μουσικές και χορογραφίες ωραίες. Όμως το αποτέλεσμα που επεδίωκε η Pικάκη, δεν εισπράχθηκε από το πλατύ κοινό που συντρέχει τις αισθηματικές ιστορίες και κατέληξε σε χαμηλό αριθμό εισιτηρίων αυτή τη φορά.

Το Νύχτες κωμωδίας, ταινία του 2000, είναι ντοκιμαντέρ με θέμα τις παραστάσεις που η ίδια η Ρικάκη σκηνοθέτησε στη σκηνή του «104», από το 1995 ως το 2000. Πρόκειται για κωμωδίες του στιλ stand up comedy, όπου οι ηθοποιοί μόνοι στη σκηνή ερμηνεύουν αυτοσχέδια νούμερα και συζητούν με το κοινό. Στην ταινία παρουσιάζονται νέοι ηθοποιοί, που μιλούν για τις παραστάσεις τους και την καθημερινή τους ζωή, μιλούν για το είδος αυτό της κωμωδίας. Ο κύριος στόχος της σκηνοθέτιδας ήταν να πληροφορήσει το ευρύτερο κοινό για μια υπόθεση που αυτή εισήγαγε στην Ελλάδα.

Το ντοκιμαντέρ Λόγια της σιωπής, ταινία του 2002, αναφέρεται στην κοινότητα αυτών που δεν ακούνε και επιμένουν στη δική τους γλώσσα, την ελληνική νοηματική γλώσσα που τότε είχε πρόσφατα καθιερωθεί. Οπότε το μήνυμα που βγαίνει για την υπόλοιπη κοινωνία είναι η διαπίστωση πως ο προφορικός λόγος δεν είναι ο μοναδικός τρόπος επικοινωνίας στην αγοραία συναναστροφή μας. Η ταινία είναι ιδιαίτερα χρήσιμο εργαλείο για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων και την προβολή των προβλημάτων, μα και της υπόστασης της ομοσπονδίας των κωφών και σαν τέτοια αναγνωρίστηκε και τιμήθηκε ιδιαίτερα.

Η Ρικάκη, με Το Αιγαίο μέσα από τα μάτια των ποιητών, ταινία του 2003, ανακαλύπτει η ίδια το Αιγαίο και καλεί σε παρόμοια διαδικασία και τον θεατή της, μέσα από τα κείμενα, τα ποιήματα, τα αποφθέγματα και τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις σημαντικών ανθρώπων του πνεύματος που επισκέφθηκαν αυτή τη θάλασσα. Είναι μια άλλη ματιά πάνω σε έναν χώρο που τον χειμώνα πνίγεται από τη μοναξιά και το καλοκαίρι ασφυκτιά από τον τουριστικό εκφυλισμό. Δεν αναφέρομαι περισσότερο σ’ αυτή την ταινία αφού προβάλλεται σήμερα εδώ.

Με το ντοκιμαντέρ Ο άλλος, ταινία του 2004, θίγει το πρόβλημα της ενσωμάτωσης των οικονομικών μεταναστών στη χώρα και την ισορροπία στις σχέσεις τους με τους ντόπιους. Φιλοδόξησε με την ταινία της να περάσει το μήνυμα του σεβασμού απέναντι στον «άλλο», τον ξένο δηλαδή που, άπατρις πια, αγωνίζεται να επιβιώσει, να ριζώσει κάπου και να εξασφαλίσει την αξιοπρεπή ζωή γι’ αυτόν και τα παιδιά του. Χώρος της δράσης, το χωριό Πατσίδερος στο Ηράκλειο Κρήτης και συγκεκριμένα το σχολείο όπου μία τάξη απαρτίζεται από έναν Έλληνα και πέντε Αλβανούς μαθητές. Η φαινομενική ισοτιμία στη μόρφωση δεν εξασφαλίζει και την αποφυγή των συγκρούσεων ανάμεσα στον ντόπιο και στον ξένο. Συγκρούσεις που καλύπτουν όλη την γκάμα της συμβίωσης στο χωριό, καθώς στις προπατορικές συγκρούσεις και αντιφάσεις ήρθε να προστεθεί μια ακόμη.

Στο κοινωνικό δράμα Κράτησέ με, ταινία του 2006, η Ρικάκη έθεσε σαν κύριο θέμα της το αίσθημα την απώλειας, αναμιγνύοντας ρεαλιστικά και ποιητικά στοιχεία και στοιχεία μυθοπλασίας, ντοκιμαντέρ και δοκιμιακής γραφής. Αξιοποιεί τις προσωπικές καταθέσεις που δεκάδες άγνωστοι χρήστες του internet θέλησαν να μοιραστούν μαζί της, στο παιχνίδι που αυτή προκάλεσε κι εκείνοι ανταποκρίθηκαν από την ανάγκη για ανθρώπινη επαφή, την αγωνία τους απέναντι στη μοναξιά, την απόπειρα να βρουν το φιλικό χέρι για τη δύσκολη ώρα. Πρόσχημα του αφηγηματικού ιστού, ο θάνατος του πατέρα μιας παραγωγού ραδιοφωνικής εκπομπής. Αυτή δημιουργεί την ιστοσελίδα της, όπου πρόσωπα, κυρίως γυναίκες, δέχονται να μιλήσουν για ιστορίες δικών τους απωλειών. Τελικός της στόχος να προτείνει την ποίηση, την αλήθεια, την ομορφιά και το μοίρασμα των εμπειριών με τους άλλους, σαν αντίδοτο στη μοναξιά και την απώλεια.

Τα κοινά: τι κοινό έχουμε, ταινία του 2006, είναι δοκιμιακή ταινία πάνω στις σκέψεις και του προβληματισμούς μιας ομάδας συγγραφέων ποιητών απ’ όλο το κόσμο που βρέθηκαν στην Πάρο για να αναβιώσουν το Συμπόσιο του Πλάτωνα. Παράλληλα η σκηνοθέτιδα επιχειρεί, μέσα από την εικόνα, να οδηγήσει σε οπτικούς συνειρμούς αντίστοιχους με τις λέξεις της ποίησης και τις σκέψεις των συγγραφέων.

Το 2007 κάνει το ντοκιμαντέρ Ήταν να φύγω και επανέρχεται με αυτό στο θέμα που διαπραγματεύθηκε στον Άλλο. Μιλάει γι’ αυτούς που έφυγαν από τις πατρίδες τους ζουν ανάμεσα μας, στην Ελλάδα και αντιμετωπίζουν τη χώρα μας σαν δεύτερη πατρίδα τους. Δύο ατάκες, που η ίδια η σκηνοθέτιδα επέλεξε από την ταινία, είναι χαρακτηριστικές:
Μαχμούντ: Υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να αφήνει το σπίτι του χωρίς λόγο;
Γκρέης: Ο πόλεμος δεν καταστρέφει μόνο τη γη, αλλά κάνει τις καρδιές πέτρινες, τα μάτια τυφλά.

Στα Παιδιά της Χορωδίας, του 2009 το θέμα της είναι η μουσική, παρακολουθώντας τη δραστηριότητα της Πειραματικής Χορωδίας του Δήμου Ροδίων που η σκηνοθέτιδα την είδε σαν μια δεμένη κοινωνική ομάδα με άξονα τη τέχνη. Διαβάζουμε στην εισαγωγή της ταινίας: «Η μουσική δεν αφήνει την σκέψη να αφανίσει τα πράγματα διατηρεί πάντα μεταξύ τους εκείνη τη ζωτική απόσταση που κρατάει κάτι ανοικτό και συνάμα ορισμένο Αρμενίζει το χθες και το σήμερα το εδώ και το αλλού, τη δημιουργία και την έρευνα, χωρίς να αρνείται την πίστη, το νου και το αίσθημα χωρίς να φοβάται την ελευθερία».

Το 2010 ακολουθούν Τα όνειρα σε άλλη γλώσσα. Θέμα της τα παιδικά όνειρα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, όνειρα που δομούνται σε διαφορετική γλώσσα από αυτή των μεγάλων. Τα παιδικά όνειρα μιλούν τη δική τους γλώσσα, «με αλήθεια, χιούμορ, πίκρα, απορία, τρυφερότητα, αγάπη», όπως αναφέρει η σκηνοθέτις. Παρακολουθεί το σχολείο της Φανερωμένης στη Παλιά Λευκωσία, με 300 πρόσωπα και 300 διαφορετικά όνειρα. Εκεί φοίτησαν πολλές γενιές Κυπρίων κορασίδων και βρίσκεται πολύ κοντά στην Πράσινη γραμμή που χωρίζει τη Λευκωσία στα δύο. Πάλι το θέμα των προσφύγων επανέρχεται βασανιστικά στους προβληματισμούς της Ρικάκη. Και φυσικά η εκπαίδευση των παιδιών των μεταναστών και η καθημερινότητα σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία.

Κλείνω με ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους Σχέδιο Σωτηρία, ταινία του 2011, κάτι σαν κύκνειο άσμα της Ρικάκη, κάτι σαν κραυγή σωτηρίας, όχι μόνο δική της, αλλά και πολλών πραγμάτων γύρω μας που πάσχουν επικίνδυνα.

Στη φιλμική εξέλιξη συναντάμε ένα μεγάλο εικαστικό γεγονός, στους χώρους του νοσοκομείου Σωτηρία, το πρώτο σανατόριο της Ελλάδας. Φαίνεται πως η Ρικάκη ήθελε να δώσει, και το πέτυχε, διαστάσεις πέραν του συγκεκριμένου εικαστικού γεγονότος, που θα τις περικλείει ο τίτλος Σχέδιο Σωτηρία. Σε ερώτηση δημοσιογράφου αν «μιλάμε για κάτι παραπάνω από… Σχέδιο Σωτηρίας Ζωής. Ίσως, και για την ίδια τη Σωτηρία της... ψυχής;» η σκηνοθέτιδα απάντησε: «Ωραία το… πιάνεις, γιατί και εγώ συνέχεια τους ρωτούσα εάν το «Σχέδιο Σωτηρίας» είναι εφικτό, εννοώντας ακριβώς αυτό. Και ο καθένας απαντούσε με τον τρόπο του. Μερικοί μου απαντούσαν ότι όλα είναι μέσα στο μυαλό μας, ότι μπορούμε ακόμη και να πετάξουμε, ότι πάντα έχουμε τα εργαλεία για να ξεπεράσουμε όλες τις δυσκολίες». Ερώτηση: «Μέσα από αυτό το ντοκυμαντέρ μοιάζει, δηλαδή, να επαναπροσδιορίζεται και η ίδια η λέξη Σωτηρία;» Απάντηση: «Εκ των πραγμάτων». Η ταινία τελειώνει με ένα αισιόδοξο μήνυμα, τον στίχο του Γιάννη Ρίτσου: «Κόσμε, όσο και αν πονάς όλα ξαναρχίζουν, όλα είναι ακόμη δικά σου».

Η Ρικάκη κατονομάζει την ταινία της σαν «μια σύγχρονη… προσευχή κατά έναν τρόπο». Το να προσευχηθούμε εμείς για την ψυχή της είναι το λιγότερο. Η απώλεια είναι αλλού: Η Ρικάκη είχε στο μυαλό της πολλά σχέδια σωτηρίας για πολλές περιοχές του πολιτιστικού μας γίγνεσθαι. Κάποια βρήκαν το δρόμο τους. Τα περισσότερα μας τα άφησε σαν παρακαταθήκη ανεκπλήρωτων ονείρων.

Διαβάστηκε ως εισαγωγική ομιλία στην τιμητική βραδιά που οργάνωσε η Κινηματογραφική Λέσχη Σαμοθράκης "Λουκία Ρικάκη" στις 20 Ιουλίου 2015, στη μνήμη της Λουκίας.